Διερεύνηση εναλλακτικών μεθόδων ανίχνευσης ισταμίνης
Η ισταμίνη κατατάσσεται στις βιογενείς αμίνες και παράγεται φυσιολογικά στον οργανισμό με την αποκαρβοξυλίωση της ιστιδίνης, Όλα τα τρόφιμα που περιέχουν πρωτεΐνες είναι δυνατόν να περιέχουν βιογενείς αμίνες. Τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των τροφικών δηλητηριάσεων από κατανάλωση ιχθυηρών που περιέχ...
Αποθηκεύτηκε σε:
| Κύριος συγγραφέας: | |
|---|---|
| Άλλοι συγγραφείς: | |
| Γλώσσα: | Greek |
| Δημοσίευση: |
2015
|
| Θέματα: | |
| Διαθέσιμο Online: | https://catalog.lib.aegean.gr/iguana/www.main.cls?surl=search&p=ed763fb5-024d-4d04-a952-e71cbf110eaa#recordId=1.27150 http://hdl.handle.net/11610/7130 |
| Ετικέτες: |
Προσθήκη ετικέτας
Δεν υπάρχουν, Καταχωρήστε ετικέτα πρώτοι!
|
| Περίληψη: | Η ισταμίνη κατατάσσεται στις βιογενείς αμίνες και παράγεται φυσιολογικά στον οργανισμό με την αποκαρβοξυλίωση της ιστιδίνης, Όλα τα τρόφιμα που περιέχουν πρωτεΐνες είναι δυνατόν να περιέχουν βιογενείς αμίνες. Τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των τροφικών δηλητηριάσεων από κατανάλωση ιχθυηρών που περιέχουν τοξίνες αυξάνεται ενώ σχετικά μεγάλος αριθμός των περιστατικών αφορά τοξικώσεις που οφείλονται σε κατανάλωση ιχθυηρών μολυσμένων από βιοτοξίνες. Η τροφική δηλητηρίαση από ισταμίνη (Histamine Fish Poisoning) οφείλεται σε κατανάλωση λιπαρών ψαριών συγκεκριμένων ειδών (κυρίως ψάρια των αλμυρών υδάτων, σκομβροειδών), τα οποία περιέχουν υψηλές συγκεντρώσεις ισταμίνης (>50 mg/100 g) εξαιτίας αλλοίωσης τους από ισταμινοπαραγωγά βακτήρια. Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2073/2005 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ η επίσημη μέθοδος για τον ποσοτικό και ποιοτικό προσδιορισμό ισταμίνης είναι η υψηλή ανάλυσης υγρή χρωματογραφία (Hui & Taylor, 1983, Hwang et al., 1997) (HPLC). Όμως αν και είναι γνωστή μέθοδος παρόλα αυτά κοστίζει πολύ και απαιτεί τεχνική κατάρτιση του προσωπικού και είναι χρονοβόρα (Kose & George ,2000).Στην παρούσα πτυχιακή εργασία διερευνήθηκαν εναλλακτικές μέθοδοι ανίχνευσης ισταμίνης . Σκοπός ήταν η αναζήτηση μιας γρήγορης, αξιόπιστης και εύχρηστης μεθόδου για την ανίχνευση ισταμίνης. Ουσιαστικά μελετήθηκαν δυο δημοσιευμένα άρθρα, τα οποία αναπτύσσουν δυο διαφορετικές μεθόδους προσδιορισμού της ισταμίνης, και αφού έγιναν κάποιες παραλλαγές στις μεθοδολογίες τους δημιουργήθηκαν οι βάσεις για τις δύο μεθόδους οι οποίες δοκιμάστηκαν αρχικά για τον ποιοτικό προσδιορισμό ισταμίνης και έπειτα και για τον ποσοτικό. Η πρώτη μέθοδος που δοκιμάστηκε βασιζόταν σε ηλεκτροχημική οξείδωση και μεταβολή του pH, ενώ η δεύτερη ήταν φωτομετρική και βασιζόταν στην δημιουργία συμπλόκου μεταξύ ισταμίνης και νικελίου. Η πρώτη μέθοδος δεν λειτούργησε, διότι οι αλλαγές στο pH ήταν τόσο μικρές που δεν ήταν δυνατό να μετρηθούν και να χρησιμοποιηθούν για ανίχνευση μικρών ποσοτήτων ισταμίνης. Στη δεύτερη μέθοδο (φωτομετρική) επετεύχθη το σύμπλοκο μόνο σε συγκεκριμένες συνθήκες και συγκεκριμένες συγκεντρώσεις, με αποτέλεσμα και η μέθοδος αυτή να μην λειτουργεί για την ανίχνευση ισταμίνης. |
|---|