Γνώσεις, πρακτικές και προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι εκπαιδευτικοί σε σχέση με την εφαρμογή της διαφοροποιημένης διδασκαλίας στο πλαίσιο της συνεκπαίδευσης στο δημοτικό σχολείο

Η Tomlinson ορίζει τη διαφοροποιημένη διδασκαλία ως πρακτική διδασκαλίας, όπου τροποποιείται: α)το περιεχόμενο της μάθησης, δηλαδή όσα οι μαθητές πρέπει να μάθουν, β)η διαδικασία της μάθησης, δηλαδή το πώς τα παιδιά θα μάθουν και γ)το προϊόν μάθησης, δηλαδή ο τρόπος που θα δηλώσουν τη γνώση τους οι...

Πλήρης περιγραφή

Αποθηκεύτηκε σε:
Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Κύριος συγγραφέας: Κεφάλα, Βασιλική
Άλλοι συγγραφείς: Δάρρα, Μαρία
Γλώσσα:el_GR
Δημοσίευση: 2022
Θέματα:
Διαθέσιμο Online:http://hdl.handle.net/11610/24185
Ετικέτες: Προσθήκη ετικέτας
Δεν υπάρχουν, Καταχωρήστε ετικέτα πρώτοι!
Περιγραφή
Περίληψη:Η Tomlinson ορίζει τη διαφοροποιημένη διδασκαλία ως πρακτική διδασκαλίας, όπου τροποποιείται: α)το περιεχόμενο της μάθησης, δηλαδή όσα οι μαθητές πρέπει να μάθουν, β)η διαδικασία της μάθησης, δηλαδή το πώς τα παιδιά θα μάθουν και γ)το προϊόν μάθησης, δηλαδή ο τρόπος που θα δηλώσουν τη γνώση τους οι μαθητές με απώτερο στόχο να επιτευχθεί ο ιδανικότερος τρόπος μάθησης για τον κάθε μαθητή. Βασικός σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να διερευνήσει τις αντιλήψεις εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης της Α΄ Πειραιά αναφορικά με τη χρήση στρατηγικών διαφοροποιημένης διδασκαλίας για την υποστήριξη μαθητών με μαθησιακές δυσκολίες στη σχολική τάξη. Ειδικότερα, η εργασία αποσκοπεί να διερευνήσει τις αντιλήψεις των εκπαιδευτικών του δείγματος αναφορικά με: 1) τον βαθμό που είναι εξοικειωμένοι με συγκεκριμένες προτεινόμενες στρατηγικές διαφοροποιημένης διδασκαλίας, 2) τη συχνότητα εφαρμογής συγκεκριμένων προτεινόμενων πρακτικών διαφοροποιημένης διδασκαλίας στην τάξη τους, 3) τη σημαντικότητα χρήσης της διαφοροποιημένης διδασκαλίας, 4) τη σχέση της γνώσης τους για τις συγκεκριμένες προτεινόμενες στρατηγικές διαφοροποιημένης διδασκαλίας με τα ατομικά τους χαρακτηριστικά, 5) τη σχέση της συχνότητας εφαρμογής των συγκεκριμένων προτεινόμενων πρακτικών διαφοροποιημένης διδασκαλίας στην τάξη τους με τα ατομικά τους χαρακτηριστικά, 6) τη σχέση της σημαντικότητας χρήσης της διαφοροποιημένης διδασκαλίας με τα ατομικά τους χαρακτηριστικά, 7) τις πηγές που βελτιώνουν τις γνώσεις τους και την κατανόησή τους γύρω από τη διαφοροποιημένη διδασκαλία, 8) τους παράγοντες που εμποδίζουν την ικανότητά τους να εφαρμόσουν τη διαφοροποιημένη διδασκαλία στην τάξη τους. Για τις ανάγκες της έρευνας αξιοποιήθηκε η ποσοτική προσέγγιση και το ερευνητικό εργαλείο της έρευνας αποτέλεσε ένα ερωτηματολόγιο. Το ερευνητικό αυτό εργαλείο δόθηκε και σε ηλεκτρονική και σε έντυπη μορφή από τις 20 Δεκεμβρίου του 2021 έως τις 20 Φεβρουαρίου του 2022. Δείγμα της παρούσας έρευνας ήταν 172 εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης Α Πειραιά. Στα κυριότερα αποτελέσματα της παρούσας έρευνας συγκαταλέγονται ότι οι εκπαιδευτικοί είναι σε μεγάλο βαθμό εξοικειωμένοι με τις στρατηγικές της διαφοροποιημένης διδασκαλίας και τις εφαρμόζουν σε ικανοποιητικό βαθμό στην τάξη. Το φύλο, η ηλικία, η ειδικότητα, η κατοχή επιπλέον πτυχίου και η επιμόρφωση στην ειδική αγωγή και στη διαφοροποιημένη διδασκαλία επηρεάζει την εξοικείωση και τη συχνότητα εφαρμογής της διαφοροποιημένης διδασκαλίας. Επίσης, η πλειοψηφία των εκπαιδευτικών αναγνωρίζει τη σημαντικότητα χρήσης της διαφοροποιημένης διδασκαλίας. Το φύλο, η εμπειρία, η κατοχή διδακτορικού, και η επιμόρφωση στην ειδική αγωγή και στη διαφοροποιημένη διδασκαλία επηρεάζει τη σημαντικότητα χρήσης της διαφοροποιημένης διδασκαλίας. Ακόμα, οι εκπαιδευτικοί χρησιμοποιούν ως πηγή για να βελτιώσουν τις γνώσεις τους γύρω από τη διαφοροποιημένη διδασκαλία, την κατάλληλη επιμόρφωση και κατάρτισή τους. Τέλος, στους ανασταλτικούς παράγοντες εφαρμογής της διαφοροποιημένης διδασκαλίας αναδείχθηκαν κυρίως η έλλειψη διαθέσιμων εκπαιδευτικών μέσων, η έλλειψη διαθέσιμου χρόνου για τον σχεδιασμό διδασκαλίας και το εύρος της διαφορετικότητας στην τάξη.