Κατανομή θερμοκρασιών και υγιεινολογική κατάσταση οικιακών ψυγείων στη Λήμνο
Η ψύξη αποτελεί μία από τις μεθόδους συντήρησης των τροφίμων και προστασίας αυτών από την ανάπτυξη των μικροοργανισμών. Μάλιστα, είναι η κύρια μέθοδος που βρίσκει χρήση μέσα στα οικιακά περιβάλλοντα, μέσω του οικιακού ψυγείου, ενός ψυχρού θαλάμου αποθήκευσης τροφίμων. Βέβαια, οι συνθήκες που επικρατ...
Αποθηκεύτηκε σε:
| Κύριοι συγγραφείς: | , |
|---|---|
| Άλλοι συγγραφείς: | |
| Γλώσσα: | el_GR |
| Δημοσίευση: |
2020
|
| Θέματα: | |
| Διαθέσιμο Online: | http://hdl.handle.net/11610/21126 |
| Ετικέτες: |
Προσθήκη ετικέτας
Δεν υπάρχουν, Καταχωρήστε ετικέτα πρώτοι!
|
| Περίληψη: | Η ψύξη αποτελεί μία από τις μεθόδους συντήρησης των τροφίμων και προστασίας αυτών από την ανάπτυξη των μικροοργανισμών. Μάλιστα, είναι η κύρια μέθοδος που βρίσκει χρήση μέσα στα οικιακά περιβάλλοντα, μέσω του οικιακού ψυγείου, ενός ψυχρού θαλάμου αποθήκευσης τροφίμων. Βέβαια, οι συνθήκες που επικρατούν στα οικιακά ψυγεία, δεν επαρκούν πάντα για την αποτροπή της μίανσης και αυτό είναι το αντικείμενο μελέτης της παρούσας εργασίας. Στην εργασία αυτή, μελετήθηκε η υγιεινολογική κατάσταση των οικιακών ψυγείων της Λήμνου, μέσω της αρχικής καταγραφής της κατανομής των θερμοκρασιών αυτών, της μικροβιολογικής ανάλυσης δειγμάτων επιφανειών αυτών και της αξιολόγησης της ορθής ή μη τοποθέτησης των τροφίμων σε δείγμα 70 οικιακών ψυγείων. Για την εφαρμογή των παραπάνω, αρχικά τοποθετούνταν τρία καταγραφικά θερμοκρασίας (data loggers) σε τρία σημεία κάθε ψυγείου (άνω και κάτω ράφι, πόρτα) και λαμβάνονταν δεδομένα ανά 15 λεπτά για 24 ώρες. Παράλληλα με την τοποθέτηση των καταγραφικών, λάμβανε χώρα η αξιολόγηση της τοποθέτησης των τροφίμων, μέσω ενός ερωτηματολογίου. Μετά το πέρας του 24ώρου, γινόταν δειγματοληψία των μικροοργανισμών που ενδεχομένως υπάρχουν σε κάθε επιφάνεια που προηγουμένως είχε τοποθετηθεί ένα καταγραφικό θερμοκρασίας μέσω της τεχνικής του βαμβακοφόρου στυλεού. Εξετάστηκαν οι πληθυσμοί της Ολικής Μεσόφιλης Χλωρίδας (ΟΜΧ), των κολίμορφων βακτηρίων και του μικροοργανισμού Escherichia coli, των σταφυλόκοκκων (Staphylococcus spp.) και του S. aureus και η παρουσία των Listeria spp. και L. monocytogenes και Salmonella spp. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι, μόλις το 11,4% των ψυγείων λειτουργούσε στην ενδεδειγμένη περιοχή θερμοκρασιών (<5 °C), ανεξαρτήτως βαθμού φόρτωσης και παλαιότητας του ψυγείου. Η πλειοψηφία (68,6%) βρέθηκε να λειτουργεί σε θερμοκρασίες >7 °C, ενώ παράλληλα το 77,1% των συμμετεχόντων, δεν είχε τα τρόφιμα τοποθετημένα σύμφωνα με τις συνιστώμενες οδηγίες υγιεινής. Όσον αφορά τη μικροβιολογική κατάσταση, το 41,4% των ψυγείων παρουσίασε υπέρβαση τιμών στην ΟΜΧ (>1,3 Log10CFU/cm2), το 2,9% υπέρβαση στα κολίμορφα βακτήρια (>1,0 Log10CFU/cm2) και το 8,6% υπέρβαση στα Staphylococcus spp. (>1,0 Log10CFU/cm2). Το σύνολο των ψυγείων, παρουσίασε πληθυσμούς S. aureus εντός των αποδεκτών ορίων (<1,0 Log10CFU/cm2) ενώ οι μικροοργανισμοί E. coli και Listeria spp. δεν ανιχνεύθηκαν σε κάποιο ψυγείο. Αντίστοιχα, δεν παρατηρήθηκε παρουσία των τροφιμογενών παθογόνων L. monocytogenes και Salmonella spp. Τέλος, έγιναν κάποιες ορολογικές και βιοχημικές δοκιμές σε πιθανές αποικίες Listeria spp. και ορισμένα από τα απομονωθέντα στελέχη S. aureus ταυτοποιήθηκαν ορολογικά και μοριακά μέσω ειδικής ως προς το είδος αλυσιδωτής αντίδρασης πολυμεράσης (species-specific PCR). Παρόλο που ο S. aureus ήταν ο μόνος παθογόνος παράγοντας που ανιχνεύθηκε, τα παραπάνω αποτελέσματα υποδηλώνουν έναν δυνητικό κίνδυνο. Ο κίνδυνος αυτός, αντικατοπτρίζεται κυρίως στην έλλειψη γνώσης σχετικά με το κατάλληλο εύρος θερμοκρασιών στο οποίο οφείλει να λειτουργεί ένα οικιακό ψυγείο και την ορθή τοποθέτηση τροφίμων σε αυτό και λιγότερο στα ποσοστά υπέρβασης των δεικτών υγιεινής. |
|---|