Η αμεσότητα ως μορφή φυσικής και ψυχικής εγγύτητας στην επικοινωνία των εκπαιδευτικών με τους μαθητές στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση

Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν να διερευνήσει και να περιγράψει τις διάφορες μορφές άμεσης μη λεκτικής επικοινωνίας που αξιοποιούν οι εκπαιδευτικοί της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στην τάξη –συνδυαστικά με τη λεκτική επικοινωνία- και πώς αυτές λειτουργούν εν δυνάμει ως παράγοντες αποτελεσματικότερ...

Πλήρης περιγραφή

Αποθηκεύτηκε σε:
Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Κύριος συγγραφέας: Χαντζή, Σταυρούλα - Ιωάννης
Άλλοι συγγραφείς: Σταμάτης, Παναγιώτης
Γλώσσα:Greek
Δημοσίευση: 2015
Θέματα:
Διαθέσιμο Online:https://vsmart.lib.aegean.gr/webopac/FullBB.csp?WebAction=ShowFullBB&EncodedRequest=*9F*F3*1C*04ZJ*A23*1EX*08*E1*9Cr5K&Profile=Default&OpacLanguage=gre&NumberToRetrieve=50&StartValue=1&WebPageNr=1&SearchTerm1=2014%20.1.67359&SearchT1=&Index1=Keywordsbib&SearchMethod=Find_1&ItemNr=1
http://hdl.handle.net/11610/14352
Ετικέτες: Προσθήκη ετικέτας
Δεν υπάρχουν, Καταχωρήστε ετικέτα πρώτοι!
Περιγραφή
Περίληψη:Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν να διερευνήσει και να περιγράψει τις διάφορες μορφές άμεσης μη λεκτικής επικοινωνίας που αξιοποιούν οι εκπαιδευτικοί της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στην τάξη –συνδυαστικά με τη λεκτική επικοινωνία- και πώς αυτές λειτουργούν εν δυνάμει ως παράγοντες αποτελεσματικότερης επικοινωνίας μεταξύ αυτών και των μαθητών τους.Έναυσμα για την επιλογή του συγκεκριμένου θέματος στάθηκε το έντονο ενδιαφέρον που εκδηλώνεται σε παγκόσμιο επίπεδο τα τελευταία χρόνια για τον ιδιαίτερο ρόλο της μη λεκτικής επικοινωνίας. Σύμφωνα με σύγχρονες έρευνες, η χρήση της μη λεκτικής επικοινωνίας, δηλαδή της έκφρασης σημάτων με τη γλώσσα του σώματος, καταλαμβάνει περισσότερο από το 70% του συνόλου της επικοινωνιακής ικανότητας του ανθρώπου, συμβάλλοντας θετικά στην κατανόηση του αποστελλόμενου μηνύματος (Miller, 2000. Richmond & McCroskey, 2000, αναφ. Σταμάτης, 2012). Ως εκ τούτου, η ανταλλαγή μη λεκτικών μηνυμάτων στην τάξη αποτελεί για τον εκπαιδευτικό, που θα τα αξιοποιήσει κατάλληλα, ένα χρήσιμο εργαλείο, προκειμένου να είναι σε θέση να αναπτύξει μία υγιή σχέση με το μαθητή και να καλλιεργήσει ένα κλίμα εμπιστοσύνης και συνεργασίας από την πλευρά και των δύο.Επειδή το μεγαλύτερο μέρος της μη λεκτικής συμπεριφοράς δε γίνεται τις περισσότερες φορές άμεσα αντιληπτό, η δυνατότητα κωδικοποίησης και αποκωδικοποίησης των μη λεκτικών μηνυμάτων στη σχολική τάξη εναπόκειτο ως τώρα στη διαίσθηση και την αποκτηθείσα πείρα καθενός εκπαιδευτικού. Η εν λόγω σχετικότητα ενισχύεται και από το εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στο λόγο και τη διδασκαλία της λεκτικής επικοινωνίας.Η εργασία εστιάζεται στην έννοια της «εκπαιδευτικής αμεσότητας», η οποία ορίζεται ως η συμπεριφορά που φέρνει τον εκπαιδευτικό και τους μαθητές πιο κοντά υπό την έννοια της αντιληπτής απόστασης και διακρίνεται σε λεκτική και μη λεκτική. Ο όρος βασίζεται στην «αρχή της αμεσότητας», η οποία θεμελιώνεται θεωρητικά από την επιστήμη της Κοινωνικής Ψυχολογίας και αναφέρεται σε συμπεριφορές προσέγγισης ή αποφυγής με κριτήριο την αντιληπτή απόσταση μεταξύ των επικοινωνούντων (Mehrabian, 1971, αναφ. Richmond, 2001:66). Πιο συγκεκριμένα, η μη λεκτική αμεσότητα, η οποία αποτελεί αντικείμενο της εργασίας, αναφέρεται σε συμπεριφορές, όπως το χαμόγελο, οι χειρονομίες, η οπτική επαφή και η χαλαρή στάση του σώματος.7Τα πορίσματα των μέχρι τώρα ερευνών καταδεικνύουν την άμεση διασύνδεση μεταξύ αμεσότητας και μαθητικής επίδοσης, καθώς και της βελτίωσης του επικοινωνιακού κλίματος και των διαπροσωπικών σχέσεων μαθητών- εκπαιδευτικών. Ωστόσο, στην ελληνική εκπαιδευτική πραγματικότητα ελάχιστη ερευνητική δραστηριότητα έχει αναπτυχθεί γύρω από τη συγκεκριμένη έννοια. Ιδιαίτερα στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση, η διερεύνηση κωδίκων μη λεκτικής αμεσότητας από πλευράς εκπαιδευτικού αποτελεί ερευνητική πρόκληση, δεδομένων των ιδιαιτεροτήτων της ηλικιακής βαθμίδας των μαθητών.Στα πλαίσια της παρούσας έρευνας αξιοποιήθηκε ως μεθοδολογικό εργαλείο συλλογής ερευνητικών δεδομένων η κλίμακα αυτοαξιολόγησης των Richmond V.P, McCroskey, J.C., & Johnson, A.E. (2003), αποτελούμενη από 26 ερωτήσεις κλειστού τύπου, προσαρμοσμένες στην ελληνική εκπαιδευτική πραγματικότητα. Η επεξεργασία των απαντήσεων έγινε με βάση τα αποτελέσματα που αναδείχθηκαν από την εφαρμογή της κλίμακας αυτοαξιολόγησης NonVerbal Immediacy Scale- Self Report (NIS-S). Το δείγμα των συμμετεχόντων αποτελείται από εκπαιδευτικούς Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης που υπηρετούν σε σχολεία της Νότιας Πελοποννήσου και συγκεκριμένα σε δημόσια Γυμνάσια και Γενικά Λύκεια που υπάγονται στη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του νομού Λακωνίας.Οι εκπαιδευτικοί κλήθηκαν να απαντήσουν σε ερωτήσεις που αφορούσαν σε δημογραφικά στοιχεία, καθώς και στις απόψεις τους σχετικά με διάφορες μορφές μη λεκτικής επικοινωνίας που αναπτύσσουν κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας, οι οποίες συνθέτουν την έννοια της μη λεκτικής αμεσότητας. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι εκπαιδευτικοί παρουσιάζουν χαμηλά επίπεδα μη λεκτικής αμεσότητας κατά τη διδασκαλία, με τους άνδρες εκπαιδευτικούς να παρουσιάζουν παραδόξως ένα ελάχιστο προβάδισμα σε σχέση με τις γυναίκες. Έδειξαν, επίσης, ότι λόγω της περιορισμένης μη λεκτικής αμεσότητας το ψυχολογικό κλίμα της τάξης επιδέχεται μελλοντικής βελτίωσης μέσω της διοργάνωσης επιμορφωτικών προγραμμάτων εξάσκησης τόσο των υποψήφιων όσο και των υπηρετούντων εκπαιδευτικών σε θέματα μη λεκτικής επικοινωνίας.