Δυναμική ημίκλειστου αβαθούς θαλάσσιου οικοσυστήματος: η περίπτωση του κόλπου της Καλλονής
Για πρακτικούς κυρίως λόγους, τα παράκτια αβαθή οικοσυστήματα ορίζονται ως θαλάσσιες και υφάλμυρες περιοχές με βάθος μικρότερο των 20m, το οποίο αντιπροσωπεύει το ακριβές όριο στο οποίο βενθικοί φυτικοί οργανισμοί μπορούν να συνεισφέρουν σημαντικά στη πρωτογενή παραγωγή (Jorgensen et al., 1996). Απο...
Αποθηκεύτηκε σε:
| Κύριος συγγραφέας: | |
|---|---|
| Άλλοι συγγραφείς: | |
| Γλώσσα: | Greek |
| Δημοσίευση: |
2015
|
| Θέματα: | |
| Διαθέσιμο Online: | https://catalog.lib.aegean.gr/iguana/www.main.cls?surl=search&p=ed763fb5-024d-4d04-a952-e71cbf110eaa#recordId=1.24515 http://hdl.handle.net/11610/7262 |
| Ετικέτες: |
Προσθήκη ετικέτας
Δεν υπάρχουν, Καταχωρήστε ετικέτα πρώτοι!
|
| Περίληψη: | Για πρακτικούς κυρίως λόγους, τα παράκτια αβαθή οικοσυστήματα ορίζονται ως θαλάσσιες και υφάλμυρες περιοχές με βάθος μικρότερο των 20m, το οποίο αντιπροσωπεύει το ακριβές όριο στο οποίο βενθικοί φυτικοί οργανισμοί μπορούν να συνεισφέρουν σημαντικά στη πρωτογενή παραγωγή (Jorgensen et al., 1996). Αποτελεί ιδιαίτερα δυναμική ζώνη, η οποία περιλαμβάνει χερσαίο και θαλάσσιο τμήμα και στην οποία οι χερσαίες διεργασίες επηρεάζουν κατά τρόπο άμεσο τις θαλάσσιες και αντίστροφα. Έχει μεταβλητό εύρος και ορίζεται συχνά ως ζώνη μετάβασης από την ξηρά στη θάλασσα (Μέξα, 2002). Τα παράκτια περιβάλλοντα αποτελούν συστήματα που χαρακτηρίζονται από μία ευαίσθητη ισορροπία. Κάθε επέμβαση στην ευαίσθητη αυτή ισορροπία μπορεί να προκαλέσει μία αλυσίδα προβλημάτων καθώς και περιβαλλοντικών αλλοιώσεων, πολλές φορές μη αντιστρέψιμων. Οι φυσικές διεργασίες που επικρατούν στις παράκτιες περιοχές διαφέρουν κατά πολύ από αυτές που επικρατούν στην ανοιχτή θάλασσα. Η παρουσία της ακτής δρα ως εμπόδιο στην κυκλοφορία του νερού, ενώ το μικρό σχετικά βάθος των περιοχών αυτών περιορίζει την υδάτινη μάζα. Επιπλέον μεταφέρεται και αποτίθεται στη παράκτια ζώνη μέσω απορροών, υλικό χερσογενούς προέλευσης, εμπλουτίζοντας τα ιζήματα και επηρεάζοντας σε αρκετές περιπτώσεις τις οπτικές ιδιότητες του συστήματος. Η αξία της παράκτιας ζώνης τόσο από οικολογικής όσο και από κοινωνικό-οικονομικής άποψης, αναγνωρίζεται πλέον ευρέως, ενώ διαπιστώνεται επιτακτική η ανάγκη υιοθέτησης μιας στρατηγικής για τη βιώσιμη ανάπτυξή της, που θα διασφαλίσει την ποιότητα των παράκτιων πόρων και των οικοσυστημάτων, ταυτόχρονα με τη μακροχρόνια ανάπτυξη των ανθρώπινων δραστηριοτήτων που φιλοξενούνται στη ζώνη αυτή. Από οικολογικής άποψης, αποτελεί περιοχή με έντονες βιογεωχημικές διεργασίες. Η χρήση της θάλασσας για τις μεταφορές και το εμπόριο, η δυνατότητα εκμετάλλευσης των ιδιαίτερα παραγωγικών παράκτιων υδάτων για την ανάπτυξη της αλιείας, ενθάρρυνε από πολύ παλιά την εγκατάσταση των ανθρώπων και την ανάπτυξη οικισμών και δραστηριοτήτων σε πολλές παράκτιες περιοχές (Μέξα, 2002). Η συγκέντρωση όμως μεγάλων πληθυσμών κοντά στη παράκτια ζώνη καθώς και η βιομηχανική και η τουριστική ανάπτυξη, η γεωργία, η αλιεία και τα λιμενικά έργα υποδομής επιβαρύνουν τα παράκτια ύδατα και προκαλούν υποβάθμιση της ποιότητάς του. Τα παράκτια νερά λειτουργούν ως φίλτρο που απορροφά τα απόβλητα των ανθρώπινων δραστηριοτήτων και τα ενσωματώνει μέσω διάφορων φυσικών, χημικών και βιολογικών δραστηριοτήτων. Όταν η φέρουσα ικανότητα του αποδέκτη ξεπεραστεί, εκδηλώνονται φαινόμενα ρύπανσης, και πολλές φορές παρατηρείται εντονότερα το φαινόμενο του ευτροφισμού. |
|---|