Ποσοτική θεωρία του χρήματος

Στόχο της παρούσας εργασίας αποτελεί η μελέτη της ποσοτικής θεωρίας του χρήματος από την μερκαντιλιστική περίοδο (16ος αι.) έως και την Μαρξική περίοδο (19ος αι). Η μελέτη αυτή χωρίζεται σε τρία κεφάλαια.Το Κεφάλαιο 1 αναφέρεται στη μερκαντιλιστική περίοδο. Η μερκαντιλιστική θεωρία ασχολήθηκε με δύο...

Πλήρης περιγραφή

Αποθηκεύτηκε σε:
Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Κύριος συγγραφέας: Μανωλάκη, Ιωάννα
Άλλοι συγγραφείς: Οικονομάκης, Γεώργιος
Γλώσσα:Greek
Δημοσίευση: 2015
Θέματα:
Διαθέσιμο Online:https://vsmart.lib.aegean.gr/webopac/FullBB.csp?WebAction=ShowFullBB&EncodedRequest=A*A7*3E*EB1*99*F2*C1*9Fl*3E*B7D*2B*40h&Profile=Default&OpacLanguage=gre&NumberToRetrieve=50&StartValue=2&WebPageNr=1&SearchTerm1=2004%20.1.77130&SearchT1=&Index1=Keywordsbib&SearchMethod=Find_1&ItemNr=2
http://hdl.handle.net/11610/6674
Ετικέτες: Προσθήκη ετικέτας
Δεν υπάρχουν, Καταχωρήστε ετικέτα πρώτοι!
Περιγραφή
Περίληψη:Στόχο της παρούσας εργασίας αποτελεί η μελέτη της ποσοτικής θεωρίας του χρήματος από την μερκαντιλιστική περίοδο (16ος αι.) έως και την Μαρξική περίοδο (19ος αι). Η μελέτη αυτή χωρίζεται σε τρία κεφάλαια.Το Κεφάλαιο 1 αναφέρεται στη μερκαντιλιστική περίοδο. Η μερκαντιλιστική θεωρία ασχολήθηκε με δύο ζητήματα: α) του εξωτερικού εμπορίου και β) της ρύθμισης της χρηματικής κυκλοφορίας.Την ίδια περίοδο η στοιχειώδης διατύπωση της ποσοτικής θεωρίας του χρήματος είχε γίνει από τον Budin. Αργότερα ο Locke θα διατυπώσει τη βελτιωμένη μορφή της θεωρίας, υποστηρίζοντας ότι το επίπεδο τιμών είναι ανάλογο προς τη σχέση μεταξύ ποσότητας χρήματος και όγκου του εμπορίου.Στο τέλος της περιόδου εμφανίζονται ο Hume και ο Steuart να διατυπώνουν δύο συγκρουόμενες χρηματικές θεωρίες. Και ο Hume ασχολήθηκε με την ποσοτική θεωρία του χρήματος, σύμφωνα με την οποία η αγοραστική δύναμη του χρήματος καθορίζεται από τη συνολική ποσότητα. Θεωρία που, δυστυχώς, ήταν ανεπαρκής. Ο Steuart, σε αντίθεση με τον Hume, υποστηρίζει ότι η τιμή των αγαθών καθορίζεται από τις διεργασίες ζήτησης και ανταγωνισμού και όχι από την ποσότητα χρήματος κάθε χώρας.Στη σύγχρονη μορφή της, η ποσοτική θεωρία εκφράζεται με τη σχέση M*V=P*Y . Αν η ταχύτητα κυκλοφορίας χρήματος (V) και το πραγματικό εισόδημα (Υ) είναι σταθερά, υπάρχει καθεστώς πλήρους απασχόλησης των συντελεστών παραγωγής και η αύξηση του κυκλοφορούντος χρήματος θα επιφέρει αύξηση των τιμών.Στο Κεφάλαιο 2 ο Friedman διατυπώνει μια βελτιωμένη μορφή της ποσοτικής θεωρίας: M*V=P*Y . Η αξία του χρήματος καθορίζεται από το γενικό επίπεδο τιμών και δίνεται απ’ την εξίσωση της προσφοράς ως προς τη ζήτηση: Μ=κ*Ρ*Υ. Αργότερα ακολουθεί ο Νόμος του Say. Ο Νόμος αυτός υποστηρίζει ότι το χρήμα απλά διευκολύνει την ανταλλαγή των αγαθών, αγνοεί το επιτόκιο και πρεσβεύει ότι τα εισοδήματα θα διατεθούν εξ ολοκλήρου για τη ζήτηση προϊόντος και η συνολική ζήτηση σε «αξία» θα είναι ίση με την τιμή που προσφέρεται το προϊόν.Ο Νόμος του Say δέχθηκε έντονη αμφισβήτηση και από τον Μάλθους, ο οποίος αρνείται τον ουδέτερο ρόλο του χρήματος, το Sismondi και τον Keynes. Οι οικονομολόγοι της εποχής εκείνης, θεωρούσαν το πλαίσιο με το οποίο αμφισβητείται ο νόμος του Say, ανεπαρκές και λανθασμένο. Τα επιχειρήματά τους οδηγούσαν σε ισορροπία των αγορών εργασίας, χρήματος, αγαθών και πλήρους απασχόλησης των συντελεστών παραγωγής.Το Κεφάλαιο 3 επικεντρώνεται κυρίως στις οικονομικές θεωρίες και μελέτες του Keynes. Το έργο του Keynes διέπει αναμφίβολα η «αρχή της ενεργού ζήτησης», η οποία διακρίνει «την παραγωγική ικανότητα» και την «πραγματική παραγωγή». Ο Keynes δίνει προτεραιότητα στη ζήτηση σε σχέση με την παραγωγή. Αυτό, όμως, σημαίνει «αναποδογύρισμα» του Νόμου του Say. Ακόμη, σύμφωνα με την κεϋνσιανή θεωρία, είναι δυνατό να υπάρχει ισορροπία στην αγορά εμπορευμάτων, η οποία ισορροπία να μην αντιστοιχεί σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης.Οι μερκαντιλιστές, για τον Keynes, επιδιώκοντας ευνοϊκό εμπορικό ισοζύγιο, προωθούσαν και την ενθάρρυνση των εγχώριων επενδύσεων και την απόκτηση πολύτιμων μετάλλων που θα είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση των επενδύσεων στο εξωτερικό. Οι οπαδοί του Keynes αμφισβητούσαν την υπόθεση της σταθερότητας της κυκλοφοριακής ταχύτητας στην ποσοτική θεωρία του χρήματος. Και ο Keynes έπεσε σε αντιφάσεις στην ποσοτική θεωρία. Στην αρχή θεωρούσε το χρήμα εξωγενώς καθορισμένο μέγεθος, ενώ σε νεότερα συγγράμματα του, το χρήμα διαφαίνεται ως ενδογενώς καθορισμένο μέγεθος.Στο τέλος του Κεφαλαίου 3 παρουσιάζεται η ποσοτική θεωρία του χρήματος σύμφωνα με τον Marx. Για εκείνον, ποσοτική σχέση ανάμεσα στην ονομαστική προσφορά χρήματος και στο επίπεδο τιμών δεν υπάρχει. Ο Marx εισάγει στην ποσοτική θεωρία μια νέα έννοια, «το πιστωτικό χρήμα», το οποίο παράγεται απ’ το πιστωτικό σύστημα στο πλαίσιο «οφειλέτης – πιστωτής».