Η έννοια του «δημιουργού» (auteur) στον ελληνικό μεταπολεμικό κινηματογράφο

Στην παρούσα διατριβή ερευνούμε την έννοια του δημιουργού στον ελληνικό κινηματογράφο, αποδεχόμενοι ως σημείο εκκίνησης την κυρίαρχη άποψη για τις τρεις διαφορετικές ιστορικές περιόδους του ελληνικού μεταπολεμικού κινηματογράφου: Παλαιός Ελληνικός Κινηματογράφος (ΠΕΚ) από το 1944 ως το 1974, Νέος Ελ...

Πλήρης περιγραφή

Αποθηκεύτηκε σε:
Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Κύριος συγγραφέας: Ανέστης, Παναγιώτης
Άλλοι συγγραφείς: Σκοπετέας, Ιωάννης
Γλώσσα:el_GR
Δημοσίευση: 2025
Θέματα:
Διαθέσιμο Online:http://hdl.handle.net/11610/27006
Ετικέτες: Προσθήκη ετικέτας
Δεν υπάρχουν, Καταχωρήστε ετικέτα πρώτοι!
Περιγραφή
Περίληψη:Στην παρούσα διατριβή ερευνούμε την έννοια του δημιουργού στον ελληνικό κινηματογράφο, αποδεχόμενοι ως σημείο εκκίνησης την κυρίαρχη άποψη για τις τρεις διαφορετικές ιστορικές περιόδους του ελληνικού μεταπολεμικού κινηματογράφου: Παλαιός Ελληνικός Κινηματογράφος (ΠΕΚ) από το 1944 ως το 1974, Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος (ΝΕΚ) από το 1966 ως το 2001, και Σύγχρονος Ελληνικός Κινηματογράφος (ΣΕΚ) από το 1993 ως το 2010, κατά προσέγγιση. Πρωταρχικός σκοπός μας είναι να κατανοήσουμε ουσιαστικά την έννοια του Έλληνα δημιουργού, όχι μόνο κατά την περίοδο στην οποία έγινε καθολικό αίτημα από σκηνοθέτες και κριτικούς, δηλαδή στο ΝΕΚ, αλλά και στις περιόδους που προηγήθηκαν αυτής, και την διαδέχθηκαν. Δεν αναζητούμε δημιουργούς με παρωχημένα κριτήρια χρόνων, παρά χρησιμοποιούμε τον πυρήνα της έννοιας του auteur ως μέθοδο ερμηνείας της κινηματογραφικής δημιουργίας. Εν συντομία, ο στόχος και το ερώτημα είναι διττά: τι σημαίνει «δημιουργός» στη διεθνή κινηματογραφική θεωρία; Και πώς σημασιοδοτείται στην πράξη και σε σχέση με τη θεωρία, ο «δημιουργός» στις βασικές διακριτές περιόδους του ελληνικού κινηματογράφου; Τα συμπεράσματα αναπόφευκτα συμβάλλουν τόσο στην ίδια την θεωρία του δημιουργού όσο και στη θεώρηση της εξέλιξης του ελληνικού κινηματογράφου. Μεθοδολογικά, η μελέτη μας βασίστηκε στην εκτεταμένη βιβλιογραφική επισκόπηση της σχετικής θεωρίας και σε τρεις μελέτες περίπτωσης σκηνοθετών με σταθερή παρουσία σε ολόκληρη σχεδόν την ιστορική περίοδο που έδρασαν, και με έργο πλούσιο τόσο σε ποικιλία όσο και σε διακρίσεις: του Γρηγόρη Γρηγορίου (ΠΕΚ), του Θόδωρου Αγγελόπουλου (ΝΕΚ) και του Κωνσταντίνου Γιάνναρη (ΣΕΚ). Ακολούθησε ο σχηματισμός κριτηρίων για την έννοια του δημιουργού, με πρωτεύον αυτό του επαρκούς ελέγχου πάνω στην παραγωγή και στο τελικό αποτέλεσμα. Απόρροια αυτού του κριτηρίου ήταν και το ζήτημα που θέσαμε σποραδικά στην συζήτησή μας· την ύπαρξη συλλογικού δημιουργού. Ως δεύτερο κριτήριο, θέσαμε την υφολογική/στιλιστική υπογραφή, διακρίνοντας σε αυτή δύο παρακλάδια: την θεματολογία και την mise-en-scène. Η διάκριση αυτή μας επέτρεψε να αναζητήσουμε υφολογική συνοχή σε έργα και περιόδους που η mise-en-scène δεν ήταν ξεκάθαρο αίτημα για τον ελληνικό κινηματογράφο, όπως στην περίοδο του ΠΕΚ. Τέλος, το τρίτο κριτήριό μας ήταν και το πιο εύπλαστο μεθοδολογικά: για την περίπτωση του Γρηγορίου ήταν το αίτημα η κάθε ταινία να μοιάζει με «κεφάλαιο» στο συνολικό έργο του κάθε σκηνοθέτη. Για την περίπτωση του Αγγελόπουλου, το εάν η εκάστοτε ταινία του πληρούσε τα χαρακτηριστικά των ταινιών τέχνης. Στην περίπτωση του Γιάνναρη, τέλος, το τρίτο κριτήριο αφορούσε τους τρόπους με τους οποίους η queer αισθητική του έβρισκε κάθε φορά το δρόμο της σε όλες τις επιλογές του. Η δειγματοληψία της μεθοδολογίας μας προέκυψε ως απαραίτητο υπέδαφος για την εφαρμογή των προαναφερθέντων κριτηρίων, και αφορούσε την θέαση και μελέτη ολόκληρου, ή της μέγιστης και πλέον σημαντικής πλειοψηφίας του έργου του εκάστοτε σκηνοθέτη. Υπό το πρίσμα των παραπάνω κριτηρίων, οι φιλμογραφίες των υπό εξέταση σκηνοθετών μάς αποκάλυψαν νέες όψεις τους, πλασμένες από τις καθαυτές επιλογές των δημιουργών τους. Εάν ο Γρηγόρης Γρηγορίου είχε τον επαρκή έλεγχο όλων των παραγωγών του, θα μας είχε αφήσει μια ολότελα διαφορετική κινηματογραφική παρακαταθήκη. Αυτό που έγινε ξεκάθαρο μέσα από τη μελέτη μας είναι πως αυτόν τον έλεγχο τον επιδίωξε. Από την άλλη, στο έργο του Θόδωρου Αγγελόπουλου, όλα τα χαρακτηριστικά του δημιουργού βρήκαν την ιδανική πλήρωσή τους, χάρη σε έναν ιδιοφυή σκηνοθέτη και μια σπάνια ιστορική συγκυρία. Ο Γιάνναρης σχημάτισε το έργο του στη βάση μιας μεταμοντέρνας δημιουργικής ελευθερίας, αμφισβητώντας την ανάγκη για αυστηρά δομημένη υφολογική ταυτότητα, ωστόσο ο έλεγχος (και η απώλειά του) απέκτησε ουσιώδη σημασία στις παραγωγές του. Συμπερασματικά, η «αίγλη του δημιουργού», μπορεί να κρατήσει στις μέρες μας την πολύτιμη συμβολή της στις κινηματογραφικές σπουδές, εάν ιδωθεί όχι ως αξιολογικό κριτήριο με αναχρονιστικά χαρακτηριστικά, αλλά ως μια μεθοδολογική εκκίνηση· για τους τρόπους με τους οποίους εργάζονται οι σκηνοθέτες (σεναριογράφοι, ηθοποιοί κ.α.), την ερμηνεία του έργου τους, και τις συνθήκες παραγωγής στις οποίες εργάστηκαν, είτε πρόκειται για κινηματογράφο, είτε για οποιαδήποτε μορφή οπτικοακουστικής δημιουργίας. Το στοιχείο του ελέγχου κρύβει μέσα του τις συνειδητές και ασυνείδητες επιλογές του δημιουργού, και αυτές, ανεξάρτητα από οποιοδήποτε όραμα, φέρουν και πρακτική εφαρμογή. Η εφαρμογή τους ή μη, εξαρτάται σχεδόν ολότελα από τα διαθέσιμα μέσα και το καθεστώς παραγωγής, στοιχεία που καθορίζουν στο μέγιστο βαθμό την κάθε ταινία και το οποιοδήποτε έργο.