Μετρήσεις ραδιενέργειας στην ανατολική Λέσβο με φασματοσκοπία γάμμα

Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, είναι πλέον γνωστό πως η ραδιενεργός ακτινοβολία, τόσο φυσικής όσο και ανθρωπογενούς προελεύσεως, υπάρχει/εισέρχεται στο γήινο οικοσύστημα, επηρεάζοντας άμεσα ή έμμεσα κάθε μορφής έμβιους οργανισμούς και ειδικά τον ίδιο τον άνθρωπο. Ωστόσο, μέσω μελέτης των υπαρχόντων...

Πλήρης περιγραφή

Αποθηκεύτηκε σε:
Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Κύριοι συγγραφείς: Αυγερινός, Δημήτρης, Καπηλάρης, Έκτορας
Άλλοι συγγραφείς: Ματσούκας, Χρήστος
Γλώσσα:el_GR
Δημοσίευση: 2024
Θέματα:
Διαθέσιμο Online:http://hdl.handle.net/11610/26492
Ετικέτες: Προσθήκη ετικέτας
Δεν υπάρχουν, Καταχωρήστε ετικέτα πρώτοι!
Περιγραφή
Περίληψη:Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, είναι πλέον γνωστό πως η ραδιενεργός ακτινοβολία, τόσο φυσικής όσο και ανθρωπογενούς προελεύσεως, υπάρχει/εισέρχεται στο γήινο οικοσύστημα, επηρεάζοντας άμεσα ή έμμεσα κάθε μορφής έμβιους οργανισμούς και ειδικά τον ίδιο τον άνθρωπο. Ωστόσο, μέσω μελέτης των υπαρχόντων ραδιενεργών ισοτόπων αλλά και της δημιουργίας νέων, τεχνητών ραδιοϊσοτόπων, ο άνθρωπος κατάφερε να φέρει μια επανάσταση σε τομείς όπως η ιατρική και η βιομηχανία αλλά και στο σύνολο της Επιστήμης γενικότερα. Όμως οι φυσικές διεργασίες και οι ανθρώπινες δραστηριότητες που σχετίζονται με την ραδιενέργεια αφήνουν κατάλοιπα. Τα κατάλοιπα αυτά συνεχίζουν να υπάρχουν στο φυσικό περιβάλλον, ανάλογα με τις γεωλογικές και κλιματολογικές συνθήκες της κάθε περιοχής. Στην παρούσα εργασία επιχειρήθηκε η συλλογή 20 δειγμάτων χώματος και 10 δειγμάτων ιζήματος προκειμένου να προσδιοριστεί το ραδιενεργό υπόβαθρο της Λέσβου. Οι μετρήσεις ραδιενεργού δόσης πραγματοποιήθηκαν με φορητό ανιχνευτή σπινθηρισμού με κρύσταλλο NaΙ και έπειτα πραγματοποιήθηκε ανάλυση των δειγμάτων με γάμμα φασματοσκοπία μέσω ανιχνευτή ημιαγωγού με κρύσταλλο υπερκαθαρού γερμανίου. Τα αποτελέσματα περιλαμβάνουν τις συγκεντρώσεις των φυσικών ραδιοϊσοτόπων 234Th, 226Ra, 232Th και 40K αλλά και του τεχνητού ισοτόπου 137Cs. Επίσης παρουσιάζεται η σύγκριση μεταξύ του μετρούμενου ρυθμού απορροφούμενης δόσης που μετρήθηκε μέσω του φορητού ανιχνευτή και του εκτιμώμενου ρυθμού απορροφούμενης δόσης που υπολογίστηκε από τις συγκεντρώσεις ενεργότητας (ανιχνευτής γερμανίου) ενώ στο τέλος συγκρίνονται τα αποτελέσματα της παρούσας εργασίας με ευρήματα παλαιότερης μελέτης που διεξήχθη στη δυτική πλευρά του νησιού.