Γενετική βελτίωση τσιπούρας (Sparus aurata): ανθεκτικότητα στην μόλυνση με Photobacterium damselae subsp. piscicida

Η γενετική σύσταση των ζώων που εκτρέφονται σε υδατοκαλλιέργειες δεν έχει τύχει της ίδιας προσοχής όπως η ποιότητα και η ποσότητα της τροφής που παρέχεται, η καταπολέμηση των ασθενειών τους και η ποιότητα του νερού. Όμως, η γενετική δομή των εκτρεφόμενων ζώων είναι εξίσου σημαντική, επειδή είναι αυτ...

Full description

Saved in:
Bibliographic Details
Main Author: Τσαλαματά, Μαρία
Other Authors: Μπακόπουλος, Βασίλειος
Language:el_GR
Published: 2024
Subjects:
Online Access:http://hdl.handle.net/11610/26226
Tags: Add Tag
No Tags, Be the first to tag this record!
Description
Summary:Η γενετική σύσταση των ζώων που εκτρέφονται σε υδατοκαλλιέργειες δεν έχει τύχει της ίδιας προσοχής όπως η ποιότητα και η ποσότητα της τροφής που παρέχεται, η καταπολέμηση των ασθενειών τους και η ποιότητα του νερού. Όμως, η γενετική δομή των εκτρεφόμενων ζώων είναι εξίσου σημαντική, επειδή είναι αυτή που καθορίζει πρωταρχικά τις παραγωγικές δυνατότητές τους. Σήμερα, στις ιχθυοκαλλιέργειες (του εξωτερικού, αλλά και στην Ελλάδα) εφαρμόζονται διάφορες μέθοδοι γενετικής βελτίωσης, με σκοπό να βελτιώσουν ποικίλες βιολογικές παραμέτρους και να επηρεάσουν θετικά το τελικό αποτέλεσμα, είτε αυτό προσμετράται σε ποιοτικά προϊόντα, είτε σε οικονομική απόδοση. Η εργασία αυτή έγινε στα πλαίσια συνεργασίας με την εταιρεία Νηρέας Ιχθυοκαλλιέργειες Α.Ε., στο πρόγραμμα γενετικής βελτίωσης που εφαρμόζουν για την εύρεση ανθεκτικών οικογενειών σε ασθένειες, με σκοπό την διαπίστωση ανθεκτικών οικογενειών τσιπούρας στην πειραματική μόλυνση με το Gram (-) παθογόνο βακτήριο Photobacterium damselae subsp. piscicida και την συσχέτιση παραμέτρων που σχετίζονται με την εξέλιξη της ασθένειας. Οι παράμετροι που συσχετίστηκαν ήταν το μέσο βάρος των νεκρών ψαριών, το μέσο βάρος των ζωντανών, το ποσοστό θνησιμότητας και ο χρόνος θανάτου. Το πείραμα διήρκησε 13 ημέρες. Το συνολικό ποσοστό θνησιμότητας που επιτεύχθηκε σε όλον τον πληθυσμό ήταν 52,5 %. Σύμφωνα με το ποσοστό αυτό, και την κατηγοριοποίηση των οικογενειών σε ανθεκτικές, μέσης ευαισθησίας και ευαίσθητες στο Phdp. Τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 20,8%, 38,5% και 39,6%. Το μέσο βάρος των νεκρών ψαριών ήταν 28,7 g ενώ το μέσο βάρος των ζωντανών ψαριών ήταν 35,2 g. Τα αποτελέσματα των συσχετίσεων είναι τα εξής: όσο αυξάνεται η αθροιστική θνησιμότητα τόσο μειώνεται το μέσο βάρος νεκρών, όσο αυξάνεται η αθροιστική θνησιμότητα τόσο αυξάνεται το μέσο βάρος ζωντανών, όσο μειώνεται το ποσοστό αθροιστικής θνησιμότητας % τόσο απομακρύνεται από τον χρόνο μόλυνσης ο χρόνος θανάτου και όσο απομακρύνεται ο χρόνος θανάτου από τη στιγμή της μόλυνσης, τόσο αυξάνεται το μέσο βάρος των νεκρών ή των ζωντανών. Συμπερασματικά, στις ανθεκτικότερες οικογένειες το μέσο βάρος των νεκρών ατόμων ήταν μεγαλύτερο σε αντίθεση με τις ευαίσθητες οικογένειες όπου το μέσο βάρος των νεκρών ατόμων ήταν μικρότερο. Επιπλέον, τα άτομα ανθεκτικών οικογενειών εμφάνιζαν θνησιμότητες αργότερα μετά τη μόλυνση, σε σχέση με τα άτομα ευαίσθητων οικογενειών που εμφάνισαν θνησιμότητα νωρίτερα. Ψάρια οικογενειών που είχαν μικρότερο μέσο βάρος πέθαναν σχετικά νωρίτερα σε σύγκριση με ψάρια οικογενειών μεγαλύτερου μέσου βάρους.