Διερεύνηση δράσης ριγανέλαιου Λήμνου έναντι βιο-υμενίων τροφιμογενών παθογόνων βακτηρίων

Τα τελευταία χρόνια, το καταναλωτικό ενδιαφέρον έχει στραφεί προς τα υγιή και ασφαλή τρόφιμα, που περιέχουν όσο το δυνατόν λιγότερα τεχνητά πρόσθετα. Οι φυσικές αντιμικροβιακές ουσίες και κυρίως τα φυτικά εκχυλίσματα, αποτελούν την κατάλληλη εναλλακτική έναντι των χημικών πρόσθετων, αφού ορισμένα εί...

Πλήρης περιγραφή

Αποθηκεύτηκε σε:
Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Κύριοι συγγραφείς: Γάλα, Φρειδερίκη, Ηρωγλίδου, Μαρία
Άλλοι συγγραφείς: Γκιαούρης, Ευστάθιος
Γλώσσα:el_GR
Δημοσίευση: 2023
Θέματα:
Διαθέσιμο Online:http://hdl.handle.net/11610/24840
Ετικέτες: Προσθήκη ετικέτας
Δεν υπάρχουν, Καταχωρήστε ετικέτα πρώτοι!
Περιγραφή
Περίληψη:Τα τελευταία χρόνια, το καταναλωτικό ενδιαφέρον έχει στραφεί προς τα υγιή και ασφαλή τρόφιμα, που περιέχουν όσο το δυνατόν λιγότερα τεχνητά πρόσθετα. Οι φυσικές αντιμικροβιακές ουσίες και κυρίως τα φυτικά εκχυλίσματα, αποτελούν την κατάλληλη εναλλακτική έναντι των χημικών πρόσθετων, αφού ορισμένα είναι σε θέση επίσης να προάγουν την υγεία και προλαμβάνουν χρόνια νοσήματα. Μία κατηγορία τους αποτελούν τα αιθέρια έλαια, μείγματα πτητικών δευτερογενών μεταβολιτών, που είναι ευρέως γνωστά για τις αντιμικροβιακές τους δράσεις. Το αιθέριο έλαιο ρίγανης, που περιέχει ως κύρια συστατικά την καρβακρόλη και τη θυμόλη, παρουσιάζει, μεταξύ άλλων, σημαντική ανασταλτική δράση έναντι βιο-υμενίων των μικροοργανισμών. Τα τροφιμογενή παθογόνα βακτηρία όταν προσκολλώνται σε επιφάνειες και τρόφιμα, σχηματίζουν τα βιο-υμένια, που αποτελούν μικροβιακές κοινότητες. Σε αυτή τη μελέτη, εξετάστηκε, αρχικά, η ικανότητα τροφιμογενών παθογόνων βακτηρίων να σχηματίζουν βιο-υμένια κάτω από διάφορες συνθήκες. Τα εξεταζόμενα τροφιμογενή παθογόνα βακτήρια ήταν ο Staphylococcus aureus, η Salmonella enterica, η Listeria monocytogenes και η Yersinia enterocolitica. Έπειτα, εξετάστηκε η ικανότητα του αιθέριου ελαίου ρίγανης Λήμνου (Origanum vulgare L.) να παρεμποδίζει τον σχηματισμό βιο-υμενίων των μικροοργανισμών στόχων. Η διαδικασία αυτή, πραγματοποιήθηκε μέσω του υπολογισμού των ελάχιστων ανασταλτικών συγκεντρώσεων έναντι σχηματισμού βιο-υμενίων (MBICs). Οι βέλτιστες συνθήκες για την παραγωγή βιο-υμενίου του βακτηριακού στελέχους S. aureus βρέθηκαν να είναι στους 37οC σε θρεπτικό ζωμό TSB που επίσης περιείχε επιπλέον 5% (w/v) χλωριούχο νάτριο (NaCl) και 1% (w/v) γλυκόζη. Ωστόσο, λόγω ελλιπής ποσότητας αιθέριου ελαίου ρίγανης, δεν υπολογίστηκε η MBIC για το συγκεκριμένο στέλεχος. Για το βακτηριακό στέλεχος S. enterica οι βέλτιστες συνθήκες για την παραγωγή βιο-υμενίου βρέθηκαν στους 20οC σε θρεπτικό ζωμό TSB αραιωμένο 1:10, ενώ η ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση του ριγανέλαιου έναντι του βιο-υμενίου της υπολογίστηκε να είναι 0,125% (v/v). Για το βακτηριακό στέλεχος L. monocytogenes οι βέλτιστες συνθήκες για την παραγωγή βιο-υμενίου βρέθηκαν στους 37οC σε θρεπτικό ζωμό ΒΗΙ, ενώ η ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση του ριγανέλαιου έναντι του βιο-υμενίου της υπολογίστηκε να είναι 0,031% (v/v). Τέλος, για το βακτηριακό στέλεχος Y. enterocolitica οι βέλτιστες συνθήκες για την παραγωγή βιο-υμενίου βρέθηκαν στους 20οC σε θρεπτικό ζωμό TSB, ενώ η ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση του ριγανέλαιου έναντι του βιο-υμενίου της υπολογίστηκε να είναι 0,063% (v/v). Από τα παραπάνω δεδομένα, αναγνωρίζεται η έντονη δράση του αιθέριου ελαίου ρίγανης έναντι των βιο-υμενίων που σχηματίζουν και τα τέσσερα τροφιμογενή παθογόνα βακτήρια που στην παρούσα μελέτη εξετάστηκαν. Αιθέρια έλαια όπως το συγκεκριμένο θα μπορούσαν λοιπόν να χρησιμοποιηθούν ως φυσικά συντηρητικά τροφίμων, αλλά και ως απολυμαντικά για την αποτροπή δημιουργίας παθογόνων βιο-υμενίων πάνω σε επιφάνειες εντός των βιομηχανικών τροφίμων αλλά και αλλού, προασπίζοντας τη δημόσια υγεία.