Προσδιορισμός φαινολικών και αντιοξειδωτικών και μελέτη της βιοδιαθεσιμότητας σε πρώτες ύλες του Βορείου Αιγαίου
Τα αρωματικά φυτά και βότανα έχουν προσελκύσει το ενδιαφέρον των επιστημόνων πολλών κλάδων, όπως εκείνου της ιατρικής, της φαρμακολογίας, αλλά και των τροφίμων. Με την μελέτη τους ανά τα χρόνια, έχει αποδειχτεί ότι παρουσιάζουν ενδεχόμενες θεραπευτικές ιδιότητες και χρήσεις. Τα οφέλη που έχουν ερευν...
Saved in:
| Main Authors: | , |
|---|---|
| Other Authors: | |
| Language: | el_GR |
| Published: |
2023
|
| Subjects: | |
| Online Access: | http://hdl.handle.net/11610/24839 |
| Tags: |
Add Tag
No Tags, Be the first to tag this record!
|
| Summary: | Τα αρωματικά φυτά και βότανα έχουν προσελκύσει το ενδιαφέρον των επιστημόνων πολλών κλάδων, όπως εκείνου της ιατρικής, της φαρμακολογίας, αλλά και των τροφίμων. Με την μελέτη τους ανά τα χρόνια, έχει αποδειχτεί ότι παρουσιάζουν ενδεχόμενες θεραπευτικές ιδιότητες και χρήσεις. Τα οφέλη που έχουν ερευνηθεί ότι μπορεί να παρουσιάσουν με την εισαγωγή αυτών των βοτάνων στη διατροφή του ανθρώπου είναι ποικίλα. Οι μορφές που εκείνα εισάγονται σε διάφορες κατηγορίες τροφίμων, είναι με την μορφή εκχυλισμάτων, τσαγιού, αιθέριων ελαίων ή σε ξηρή μορφή. Ακόμη, πέρα από τα φυτά και τα βότανα, έχει διερευνηθεί η αξιοποίηση των υποπροϊόντων που προκύπτουν από την επεξεργασία των τροφίμων και αποτελούν ένα μεγάλο μέρος των αποβλήτων των βιομηχανιών. Έρευνες έχουν αναζητήσει και αξιολογήσει την σημασία των παραπάνω για την υγεία του ανθρώπου, αλλά και για την βιομηχανία των τροφίμων και έχει αποδειχθεί ότι οι βιοδραστικές ουσίες των φυτών, των βοτάνων, αλλά και των υποπροϊόντων, είναι άκρως σημαντικές και χρήζουν προσοχής και έρευνας. Στην παρούσα πτυχιακή μελέτη διενεργήθηκαν τα εξής πειραματικά πρωτόκολλα: της μεθόδου της Frap (Ferric reducing/Antioxidant power assay), της Folin-Ciocalteau, της Orac (Oxygen Radical Absorbance Capacity assay) και το πειραματικό μοντέλο της in vitro γαστρεντερικής πέψης. Σκοπός ήταν ο προσδιορισμός των αντιοξειδωτικών και φαινολικών συστατικών των τεσσάρων δειγμάτων που μελετήθηκαν (δίκταμο, φλούδα λεμονιού, καρπός τριαντάφυλλου και μέντα). Τα δείγματα φασματοφωτομετρήθηκαν πριν και μετά την πέψη, για να προσδιοριστεί η βιοδιαθεσιμότητα των βιοδραστικών ενώσεων που περιέχουν. Μέσω των μεθόδων που διενεργήθηκαν κύρια αποτελέσματα που εκπορεύτηκαν, μέσω των εργαστηριακών μελετών ήταν ότι το εκχύλισμα της μέντας εμφάνισε την μεγαλύτερη συγκέντρωση αντιοξειδωτικών συστατικών σταθερά, πριν και μετά την πέψη, μαζί με τον καρπό τριαντάφυλλο, ο οποίος όμως εμφάνισε υψηλή συγκέντρωση φαινολικών συστατικών πριν την πέψη, και χαμηλή ύστερα, ενώ τα αντιοξειδωτικά του συστατικά πριν την πέψη ήταν χαμηλά και έπειτα αυξήθηκαν. Η φλούδα λεμονιού έδειξε υψηλά αντιοξειδωτικά συστατικά πριν την πέψη. Το εκχύλισμα από την φλούδα ακόμη, εμφάνισε την υψηλότερη βιοδιαθεσιμότητα, σε σχέση με τα άλλα συστατικά, όσων αφορά τις αντιοξειδωτικές και φαινολικές ενώσεις που περιέχει. Ακόμη, το δίκταμο παρουσίασε την μεγαλύτερη βιοδιαθεσιμότητα αντιοξειδωτικών συστατικών. Αξίζει να αναφερθεί ότι τα εκχυλίσματα του δίκταμου και της φλούδας λεμονιού στην μελέτη της βιοδιαθεσιμότητας των αντιοξειδωτικών τους συστατικών εμφάνισαν αρκετά μεγάλα ποσοστά. Το εκχύλισμα της μέντας παρουσίασε σχετικά μέσες τιμές προς υψηλές τιμές βιοδιαθεσιμότητας αντιοξειδωτικών και φαινολικών συστατικών και το εκχύλισμα του καρπού αναδείχθηκε στη μελέτη της βιοδιαθεσιμότητας των αντιοξειδωτικών ενώσεων που αφορούν την αντιμετώπιση των ριζών οξυγόνου. Μέσω των εργαστηριακών πρωτοκόλλων και των διαδικασιών που ενεργήθηκαν, αλλά και την μελέτη της συμπεριφοράς των εκχυλισμάτων υπό διαφορετικές συνθήκες, καταλήξαμε στο γεγονός ότι τα εκχυλίσματα των υπό ανάλυση δειγμάτων, είναι ικανά να χρησιμοποιηθούν για την αξιοποίηση των βιοδραστικών τους ουσιών, αλλά και για την υψηλή βιοδιαθεσιμότητα που αυτά αποδίδουν. Το γεγονός αυτό είναι αρκετά σημαντικό, καθώς με την προσθήκη τους στα τρόφιμα, και την δημιουργία λειτουργικών τροφίμων, σε συνδυασμό με την ανάλυση των δεδομένων που πάρθηκαν μέσω των διάφορων πειραματικών μελετών, θα ήταν δυνατό τα εκχυλίσματα αυτά να αξιοποιηθούν για να εκπληρώσουν πιθανούς διατροφικούς στόχους και να συμβάλλουν στην παρακολούθηση και πρόληψη της υγείας των καταναλωτών. Ακόμη, η βιωσιμότητα τέτοιων ενεργειών, όπως η αξιοποίηση των συστατικών των εκχυλισμάτων, των φυτών και των υποπροϊόντων, είναι σημαντικό να τονιστεί και να αποτελέσει κίνημα διερεύνησης νέων οικονομικών και περιβαλλοντικά φιλικών ενεργειών, ως προς την δημιουργία καινοτόμων λειτουργικών τροφίμων. |
|---|