Η επίδραση των city logistics στην εποχή της πανδημίας: μελέτη των last mile logistics
Στα πλαίσια της παρούσας εργασίας, το θέμα που πραγματεύεται, αφορά τον κλάδο των logistics. Ειδικότερα, πραγματοποιείται ανάλυση της έννοιας των logistics, καθώς και των αιτιών ανάπτυξης και εξέλιξης του κλάδου. Στη συνέχεια, φανερώνεται ο ρόλος των logistics στο σύνολο της οικονομίας αλλά και η επ...
Αποθηκεύτηκε σε:
| Κύριος συγγραφέας: | |
|---|---|
| Άλλοι συγγραφείς: | |
| Γλώσσα: | el_GR |
| Δημοσίευση: |
2023
|
| Θέματα: | |
| Διαθέσιμο Online: | http://hdl.handle.net/11610/24751 |
| Ετικέτες: |
Προσθήκη ετικέτας
Δεν υπάρχουν, Καταχωρήστε ετικέτα πρώτοι!
|
| Περίληψη: | Στα πλαίσια της παρούσας εργασίας, το θέμα που πραγματεύεται, αφορά τον κλάδο των logistics. Ειδικότερα, πραγματοποιείται ανάλυση της έννοιας των logistics, καθώς και των αιτιών ανάπτυξης και εξέλιξης του κλάδου. Στη συνέχεια, φανερώνεται ο ρόλος των logistics στο σύνολο της οικονομίας αλλά και η επιρροή που δέχθηκε ο κλάδος στην εποχή του κορονοϊού. Ακόμα, αναλύονται οι κίνδυνοι που λαμβάνουν χώρα στην εφοδιαστική αλυσίδα αλλά και ο τρόπος αντιμετώπισής τους. Τέλος, αναλύονται οι πτυχές του last mile delivery, καθώς και η εναρμόνισή τους με τα αυτόνομα οχήματα.
Το εμπόριο στελεχώνεται από δυο σκέλη- τα αγαθά και τις υπηρεσίες- και διακρίνεται μεταξύ του εμπορίου αγαθών και του εμπορίου υπηρεσιών. Ως διεθνές ή παγκόσμιο εμπόριο προσδιορίζεται το σύνολο του εξωτερικού εμπορίου όλων των χωρών σε μία δεδομένη χρονική στιγμή (συνήθως ένα χρόνο).
Ανέκαθεν οι κοινωνίες διαμόρφωναν ανάμεσά τους σχέσεις δούναι και λαβείν σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό. Αυτό διότι η έλλειψη αυτάρκειας των κρατών, τα οδηγούσε (κι ακόμα τα οδηγεί) στο να αναζητήσουν και να προμηθευθούν ό,τι δε δύνανται να παράξουν προς ικανοποίηση των αναγκών κι απαιτήσεων των πολιτών τους. Ακριβώς σε αυτές τις ανάγκες οφείλει κατά κύριο λόγο την ύπαρξή του το διεθνές εμπόριο. Σήμερα, οι διεθνείς εμπορικές συναλλαγές εστιάζουν όχι μόνο στην καλύτερη ανταπόκριση στο ατέρμονο πρόβλημα της στενότητας των αγαθών, αλλά και στην εκμετάλλευση των οικονομιών κλίμακας ή των συγκριτικών πλεονεκτημάτων που ενδέχεται να διαθέτουν οι χώρες επί της παραγωγικής διαδικασίας επιδιώκοντας οικονομικά οφέλη (Μανώλη και Μαρής, 2015).
Στα οφέλη των ελεύθερων διεθνών συναλλαγών περιλαμβάνονται η διάδοση της τεχνολογίας, η διεύρυνση των επιλογών του καταναλωτή, η μείωση των τιμών των προϊόντων λόγω αυξημένου ανταγωνισμού, η εθνική αποδοτικότητα σε συγκεκριμένους τομείς παραγωγής, η μείωση του κόστους παραγωγής λόγω της διεύρυνσης των αγορών που επιτρέπει στους παραγωγούς να εκμεταλλευθούν τις οικονομίες κλίμακας. Φυσικά, η πληθώρα πλεονεκτημάτων δε σημαίνει ότι δεν υπάρχουν κι επικρίσεις για πολλά από αυτά, ωστόσο επί το πλείστον αποτελεί κοινή παραδοχή πως το ελεύθερο εμπόριο συντελεί στην οικονομική μεγέθυνση τόσο των εθνικών οικονομιών όσο και της διεθνούς παραγωγής.
Ως ηλεκτρονικό εμπόριο (e-commerce) προσδιορίζεται η χρήση του διαδικτύου και των εφαρμογών του στη διεξαγωγή εργασιών. Πρόκειται δηλαδή για εμπορικές συναλλαγές που πραγματοποιούνται ψηφιακά μεταξύ οργανισμών, επιχειρήσεων κι ιδιωτών. Οι ψηφιακά παρακινούμενες συναλλαγές αφορούν σε όλες εκείνες τις συναλλαγές που βασίζονται στην ψηφιακή τεχνολογία για να υλοποιηθούν. Οι εμπορικές συναλλαγές περιλαμβάνουν την ανταλλαγή αντιτίμου μεταξύ εταιρειών ή ιδιωτών με σκοπό την απόκτηση αγαθών ή υπηρεσιών. Για να γίνουν αντιληπτά τα όρια του ηλεκτρονικού εμπορίου είναι πολύ σημαντικό να αποσαφηνίζεται η αξία των αγαθών. Δεν υφίσταται εμπόριο χωρίς τη χρηματική συναλλαγή.
Η έννοια του ηλεκτρονικού εμπορίου εγκαθιδρύεται στα μέσα της δεκαετίας του 1990 και πρόκειται να αλλάξει την αγορά δια παντός. Οι παραδοσιακές συναλλαγές προοδευτικά φθίνουν για να φτάσουν σχεδόν 30 χρόνια μετά να τείνουν να αντικατασταθούν σε πολύ μεγάλο ποσοστό από τις online συναλλαγές. Η αγορά αγαθών κι υπηρεσιών πραγματοποιούνται πλέον διαδικτυακά από την οθόνη του κινητού τηλεφώνου με τις επιχειρήσεις να επενδύουν κεφάλαια τρισεκατομμυρίων σε αυτό το μοντέλο αγορών. Ένα νέο περιβάλλον διαμορφώνεται ραγδαία με επίκεντρο τις μηχανές αναζήτησης και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπως το Instagram δημιουργώντας μοναδικές υπηρεσίες και δυνατότητες που ξεπερνούν κατά πολύ τον αναλογικό κόσμο και χαρίζουν εξατομικευμένη εμπειρία στο χρήστη.
Τα πρώτα χρόνια του ηλεκτρονικού εμπορίου ήταν μία περίοδος επιχειρηματικού οράματος, έμπνευσης και φυσικά πειραματισμού. Έγινε σύντομα ξεκάθαρο, ωστόσο, ότι η εδραίωση ενός επιτυχημένου επιχειρηματικού μοντέλου που θα βασιζόταν στις επιταγές του e-commerce δε θα ήταν εύκολη υπόθεση. Ακολούθησε μία περίοδος οικονομικής λιτότητας κι επανεκτίμησης των συνθηκών αγοράς η οποία τελικά οδήγησε στη χρηματιστηριακή κρίση του 2000-2001 με τις μετοχές του ηλεκτρονικού εμπορίου, των τηλεπικοινωνιών και των συναφών με την τεχνολογία να καταβαραθρώνονται.
Με το ξέσπασμα της κρίσης πολλοί ήταν εκείνοι που έσπευσαν να «ξεγράψουν» το e-commerce. Αποδείχθηκαν όμως λάθος. Οι «επιζήσαντες» της οικονομικής ύφεσης βελτιστοποίησαν τα επιχειρηματικά τους μοντέλα και τελικά αποκόμισαν κέρδη. Το διάστημα 2002-2008 το λιανικό ηλεκτρονικό εμπόριο παρουσίασε ρυθμό ανάπτυξης της τάξεως άνω του 25% το χρόνο.
Σήμερα βρισκόμαστε εν μέσω μίας ακόμα μετάβασης. Ένα νέο πολλά υποσχόμενο μοντέλο με επίκεντρο τα κοινωνικά δίκτυα και τη φορητότητα - δηλαδή τη δυνατότητα να πραγματοποιούνται αγορές από όπου κι αν βρίσκεται ο καταναλωτής απλώς μέσα από την οθόνη του κινητού τηλεφώνου και με βάση τις ανάγκες του - αναπτύσσεται παράλληλα με το πιο παραδοσιακό λιανικό ηλεκτρονικό εμπόριο με πρωτοστάτη τον τιτάνα του retail e-commerce, το Amazon. Στην εκτόξευση αυτού του μοντέλου φυσικά έχουν συμβάλλει τα πλείστα οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης όπως το Facebook, το Twitter, το YouTube και το Pinterest οι οποίες προτρέπουν τους χρήστες να διαμοιράζονται δημόσια με την κοινότητα το προσωπικό τους περιεχόμενο όπως μουσικές προτιμήσεις, φωτογραφίες, ακόμα και προσωπικές πληροφορίες σκιαγραφώντας έτσι το προφίλ τους τόσο ως προσωπικότητες, αλλά κι ως καταναλωτές. |
|---|