Η ανάπτυξη του μεταφορικού τρόπου έκφρασης σε δίγλωσσα παιδιά πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης
Ο κλάδος της φρασεολογίας συνιστά αδιαμφισβήτητα έναν ζωντανό οργανισμό που απεικονίζει με τον επαρκέστερο τρόπο τα πολιτισμικά γνωρίσματα μίας γλώσσας, καθώς μέσα στις εκφράσεις που χρησιμοποιούνται στην καθημερινότητα αντικατοπτρίζονται τα έθιμα, οι συνήθειες και η ιστορία του εκάστοτε έθνους. Η π...
Saved in:
| Main Author: | |
|---|---|
| Other Authors: | |
| Language: | el_GR |
| Published: |
2022
|
| Subjects: | |
| Online Access: | http://hdl.handle.net/11610/24437 |
| Tags: |
Add Tag
No Tags, Be the first to tag this record!
|
| Summary: | Ο κλάδος της φρασεολογίας συνιστά αδιαμφισβήτητα έναν ζωντανό οργανισμό που απεικονίζει με τον επαρκέστερο τρόπο τα πολιτισμικά γνωρίσματα μίας γλώσσας, καθώς μέσα στις εκφράσεις που χρησιμοποιούνται στην καθημερινότητα αντικατοπτρίζονται τα έθιμα, οι συνήθειες και η ιστορία του εκάστοτε έθνους. Η παρούσα εργασία στοχεύει στη μελέτη του μεταφορικού τρόπου έκφρασης των δίγλωσσων παιδιών στην ελληνική γλώσσα εστιάζοντας στο φαινόμενο των ιδιωτισμών. Η διδασκαλία των ιδιωτισμών της ελληνικής γλώσσας αποτελεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πεδίο τόσο για τους εκπαιδευτικούς όσο και για τους δίγλωσσους μαθητές, αφού πολλές από τις εκφράσεις της ελληνικής γλώσσας εμφανίζουν πλήρη αντιστοιχία με εκφράσεις της αγγλικής γλώσσας. Ωστόσο, μεταξύ των δύο γλωσσών εντοπίζονται αρκετές εκφράσεις που αν και έχουν διαφορετική δομή, έχουν ακριβώς την ίδια σημασία. Παράλληλα, υπάρχουν και εκφράσεις που διαφοροποιούνται ολοκληρωτικά ανάμεσα στις δύο γλώσσες. Εκτενέστερα, ο επιτυχής εντοπισμός των εκφράσεων της δεύτερης ή της ξένης γλώσσας από τους εκπαιδευόμενους, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως αποτελεί ένα αρκετά απαιτητικό κομμάτι της διδασκαλίας, αφού πολλοί από τους ιδιωτισμούς δεν είναι εύκολο να αναγνωριστούν. Παρ’ όλα αυτά, το μαθητικό κοινό κρίνεται αναγκαίο να ασχοληθεί με την εκμάθηση των ιδιωτισμικών εκφράσεων προκειμένου να γνωρίσει πιο διεξοδικά την προς κατάκτηση γλώσσα. Για τις ανάγκες της παρούσας μελέτης έγινε χρήση πολλών κειμένων αυθεντικού λόγου (γραπτού και προφορικού). Αδιαμφισβήτητα, η κατανόηση του μεταφορικού λόγου δυσκολεύει σε σημαντικό βαθμό τους δίγλωσσους μαθητές. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο σε όλες τις εκφράσεις. Η μελέτη αυτή επιχειρεί να αποδείξει πως οι δίγλωσσοι μαθητές είναι σε θέση να έρθουν σε επαφή από νωρίς με ορισμένες εκφράσεις του μεταφορικού λόγου, χωρίς να απαιτείται η αναμονή για την εκμάθησή τους σε υψηλότερα επίπεδα γλωσσομάθειας. Συμπερασματικά, η μελέτη αυτή θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως μία απόπειρα αναγνώρισης της αναγκαιότητας εκμάθησης μέρους των εκφράσεων του μη κυριολεκτικού λόγου σε κατώτερο επίπεδο γλωσσομάθειας, προκειμένου να αναπτυχθεί αμεσότερα η επάρκεια του ομιλητή στη γλώσσα - στόχο. |
|---|