Χρήσεις και στάσεις απέναντι στην κοινή νέα ελληνική: η περίπτωση της Κυπριακής Δημοκρατίας

Από την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960, επίσημες γλώσσες του κράτους έχουν οριστεί συνταγματικά η ελληνική και η τουρκική. Σε ό,τι αφορά ειδικότερα την ελληνική, η ποικιλία που χρησιμοποιείται σε όλους τους τομείς στους οποίους έχει δικαιοδοσία το κράτος (κοινοβούλιο, δικαιοσύνη, νομοθεσία...

Πλήρης περιγραφή

Αποθηκεύτηκε σε:
Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Κύριος συγγραφέας: Καλογιάννη, Στεργιανή
Άλλοι συγγραφείς: Καραντζόλα, Ελένη
Γλώσσα:el_GR
Δημοσίευση: 2022
Θέματα:
Διαθέσιμο Online:http://hdl.handle.net/11610/24415
Ετικέτες: Προσθήκη ετικέτας
Δεν υπάρχουν, Καταχωρήστε ετικέτα πρώτοι!
Περιγραφή
Περίληψη:Από την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960, επίσημες γλώσσες του κράτους έχουν οριστεί συνταγματικά η ελληνική και η τουρκική. Σε ό,τι αφορά ειδικότερα την ελληνική, η ποικιλία που χρησιμοποιείται σε όλους τους τομείς στους οποίους έχει δικαιοδοσία το κράτος (κοινοβούλιο, δικαιοσύνη, νομοθεσία, εκπαίδευση) είναι η Κοινή Νέα Ελληνική (ΚΝΕ), όπως έχει προτυποποιηθεί και χρησιμοποιείται στην Ελλάδα. Ωστόσο, σημαντικό ρόλο στην καθημερινή επικοινωνία των Κυπρίων διαδραματίζει η Κυπριακή Διάλεκτος (ΚΔ), η οποία διαφέρει αισθητά από την ΚΝΕ σε όλα τα επίπεδα γλωσσικής ανάλυσης, δηλαδή στη φωνητική-φωνολογία, μορφολογία, σύνταξη, λεξιλόγιο. Νεότερες μελέτες έχουν καταδείξει ότι δεν πρόκειται απλώς για μια περίπτωση κοινωνικής διγλωσσίας (diglossia), αλλά για γλωσσικά ρεπερτόρια της ελληνικής στην Κύπρο που κινούνται ανάμεσα στην ΚΝΕ, η οποία θεωρείται Υψηλή Ποικιλία, και την ΚΔ, που χαρακτηρίζεται ως Χαμηλή Ποικιλία. Η μη αποδοχή της ΚΔ σε επίσημες περιστάσεις έχει ως αποτέλεσμα στην διαμόρφωση μιας Κυπριακής Κοινής Νέας Ελληνικής (ΚΚΝΕ). Στόχος της εργασίας είναι να διερευνήσει χρήσεις της (Κ)ΚΝΕ από Κύπριους/ες ομιλητές/τριες ηλικίας 18-24 χρονών. Εστιάζει σε μια λιγότερο μελετημένη πλευρά του θέματος: στον εντοπισμό γλωσσικών χαρακτηριστικών της ΚΚΝΕ που χρησιμοποιείται σε διάφορα επίσημα (προφορικά και κυρίως γραπτά περιβάλλοντα) στην Κυπριακή Δημοκρατία, τα οποία διαφοροποιούνται από τα αντίστοιχα που χρησιμοποιούνται στην Ελλάδα, χωρίς να μπορούν να χαρακτηριστούν «διαλεκτικά κυπριακά» (π.χ. «αφυπηρετώ» αντί «συνταξιοδοτούμαι»). Η ανάλυση των αποτελεσμάτων δείχνει ότι για τη συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα, οι Κύπριοι/ες φοιτητές/τριες σε πολλές περιπτώσεις προτιμούν τύπους της ΚΚΝΕ έναντι τύπων της ΚΝΕ στον λόγο τους.