Πλαστικά στις θάλασσες και μικροπλαστικά

Τα πλαστικά και τα μικροπλαστικά αποτελούν πλέον καθημερινότητα στη ζωή των ανθρώπων στις σύγχρονες κοινωνίες. Υπολογίζεται ότι παράγονται περίπου 27 εκατομμύρια τόνοι πλαστικών μόνο σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης όπου το 32.4% περίπου εξ΄αυτών ανακυκλώνεται ενώ το υπόλοιπο 67.6% παραμένει ως απόβλητο...

Πλήρης περιγραφή

Αποθηκεύτηκε σε:
Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Κύριος συγγραφέας: Πατσιαβάς, Γεώργιος
Άλλοι συγγραφείς: Αγγελίδης, Μιχάλης
Γλώσσα:el_GR
Δημοσίευση: 2022
Θέματα:
Διαθέσιμο Online:http://hdl.handle.net/11610/23965
Ετικέτες: Προσθήκη ετικέτας
Δεν υπάρχουν, Καταχωρήστε ετικέτα πρώτοι!
Περιγραφή
Περίληψη:Τα πλαστικά και τα μικροπλαστικά αποτελούν πλέον καθημερινότητα στη ζωή των ανθρώπων στις σύγχρονες κοινωνίες. Υπολογίζεται ότι παράγονται περίπου 27 εκατομμύρια τόνοι πλαστικών μόνο σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης όπου το 32.4% περίπου εξ΄αυτών ανακυκλώνεται ενώ το υπόλοιπο 67.6% παραμένει ως απόβλητο το οποίο καταλήγει στις χωματερές και κυρίως στο θαλάσσιο περιβάλλον. Ως πλαστικό ορίζεται το συνθετικό οργανικό πολυμερές το οποίο προέρχεται από τον πολυμερισμό των μονομερών που προέρχονται από το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο, ενώ ως μικροπλαστικά ορίζονται τα πολύ μικρά κομμάτια πλαστικών με μέγεθος μέχρι 5 mm τα οποία δεν είναι ορατά με γυμνό μάτι (UNEP, 2016). Είναι γεγονός, ότι οι ανθρώπινες δράσεις στους ωκεανούς, αυξήθηκαν σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες. Η επέκταση των παράκτιων και θαλάσσιων δραστηριοτήτων επηρέασε αναμφίβολα, δυσμενώς το θαλάσσιο περιβάλλον ενώ παράλληλα επηρέασε θεμελιωδώς, τα αγαθά του οικοσυστήματος. Επιπλέον, οι παράκτιες και θαλάσσιες ανθρώπινες δραστηριότητες δημιούργησαν σημαντικές ποσότητες αποβλήτων και θαλάσσιων απορριμμάτων, που ενδέχεται να μολύνουν το θαλάσσιο περιβάλλον. Πολλά από αυτά τα απορρίμματα θα παραμείνουν στη θάλασσα για χρόνια, δεκαετίες ή και αιώνες. Κατά μέσο όρο, τα τρία τέταρτα όλων των θαλάσσιων απορριμμάτων αποτελούνται από πλαστικά που είναι γνωστό ότι είναι ιδιαίτερα ανθεκτικά. Η εμφάνιση των θαλάσσιων απορριμάτων έχει αποδειχθεί παγκοσμίως ότι υφίσταται σε κυκλοτερή (περιστροφικά) ωκεάνια ρεύματα, στις ακτές, στα ιζήματα και στα βαθιά νερά. Τα απόβλητα συσσωρεύονται και στις πυκνοκατοικημένες περιοχές και στις απομακρυσμένες περιοχές όπως η Ανταρκτική (Barnes et al., 2009). Ειδικότερα, κάθε χρόνο, πολύ μεγάλες ποσότητες πλαστικών καταλήγουν στο υδάτινο περιβάλλον, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση, λόγω της συσσώρευσής τους, ιδιαιτέρως επαχθών συνεπειών για το περιβάλλον και τη θαλάσσια ζωή. Ήδη από το 1970, έχει παρατηρηθεί η συσσώρευση μεγάλων τμημάτων πλαστικών στο θαλάσσιο περιβάλλον διεθνώς, με αποτέλεσμα η ερευνητική κοινότητα ιδίως την τελευταία δεκαετία, να απασχολείται έντονα για τον τρόπο μεταφοράς τους, την τύχη τους και τις συνακόλουθες επιπτώσεις στο θαλάσσιο περιβάλλον. Τα πλαστικά εισέρχονται στο υδάτινο περιβάλλον, σε διάφορα μεγέθη. Για τα μεγαλύτερα και τα πλέον συχνά χρησιμοποιούμενα από αυτά δεν είναι δυνατή η πλήρης απομάκρυνσή τους, αλλά θρυματίζονται σε μικροπλαστικά. Οι λόγοι που αυτό συμβαίνει ποικίλουν και είναι ενδεικτικά, η έκθεση των πλαστικών στην υπεριώδη (UV) ακτινοβολία, η μηχανική τους καταπόνηση λόγω των κυμάτων, του αέρα ή της άμμου, η έκθεσή τους σε ακραίες θερμοκρασίες, όπως επίσης και η ύπαρξη μηχανισμών βιολογικής δράσης. Για παράδειγμα, το πολυαιθυλένιο υψηλής πυκνότητας (HDPE) το οποίο είναι από τα πλέον συχνά χρησιμοποιούμενα πολυμερή υψηλού μοριακού βάρους, παρουσιάζει εξαιρετική αντοχή στις περισσότερες βιοτικές και βιομηχανικές χημικές ουσίες και μπορεί να αντισταθεί στη διάβρωση και τη διάλυση ισχυρών οξειδωτικών, όξινων αλάτων και οργανικών διαλυτών. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να είναι δυσχερώς αποδομήσιμο παρά μόνο με την φυσιολογική γήρανσή του, ενώ ο πραγματικός χρόνος που χρειάζεται το πολυαιθυλένιο να αποδομηθεί εντελώς στο θαλάσσιο περιβάλλον παραμένει άγνωστος. Στα πλαίσια της παρούσας έρευνας θα αναλυθεί το ζήτημα των πλαστικών και μικροπλαστικών στο θαλάσσιο περιβάλλον και οι πολύ μεγάλες προκλήσεις που σχετίζονται με αυτή την εξέλιξη σε επίπεδο προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Ως προς την μεθοδολογία της έρευνας, έγινε χρήση δευτερογενούς έρευνας και συγκεκριμένα βιβλιογραφική έρευνα. Στα πλαίσιά της ο ερευνητής προέβη στον εντοπισμό, μελέτη, ανάλυση, κριτική και παρουσίαση θέσεων και δεδομένων από δημοσιευμένα κείμενα που αφορούν το υπό ανάλυση ζήτημα. Οι δευτερεύουσες πηγές περιγράφουν, συνοψίζουν ή συζητούν πληροφορίες ή λεπτομέρειες που παρουσιάστηκαν αρχικά σε άλλες πρωτογενείς πηγές. Έτσι ο ερευνητής χρησιμοποιεί πρωτογενείς πηγές για να αποκτήσει μια επισκόπηση του υπό μελέτη θέματος ή / και να προσδιορίσει τους κύριους πόρους. Παραδείγματα δευτερευουσών πηγών είναι, δημοσιεύσεις όπως βιβλία, άρθρα περιοδικών, κριτικές βιβλίων, σχόλια, εγκυκλοπαίδειες, ημερολόγια, ετήσιες ανασκοπήσεις, επιστημονικές αναθεωρήσεις άρθρων, λεξικά, εγχειρίδια κλπ. (Wade, & Hulland, 2004). Τα αποτελέσματα της όλης έρευνας κατέδειξαν ότι το πρόβλημα της συσσώρευσης πλαστικών και μικροπλαστικών στην Ελλάδα είναι πολύ μεγάλο. Τα θαλάσσια απορρίμματα, και ιδιαίτερα τα πλαστικά, που αποτελούν το σημαντικότερο περιβαλλοντικό πρόβλημα για τους παγκόσμιους ωκεανούς τον 21ο αιώνα, αποτελούν επίσης σημαντικό περιβαλλοντικό πρόβλημα και στην περίπτωση της Ελλάδας.