Screening the occurrence of booster biocides in Greek marine environments: a review

¬Σκοπός της παρούσας πτυχιακής εργασίας ήταν να διερευνηθεί βιβλιογραφικά η παρουσία βιοκτόνων σε παράκτια ύδατα της ελληνικής επικράτειας, τα οποία χρησιμοποιούνται ως ενισχυτικά δράσης σε υφαλοχρώματα. Σε παγκόσμιο επίπεδο, τα υφαλοχρώματα εφαρμόζονται σε επιφάνειες ή κατασκευές που έρχονται σε ε...

Πλήρης περιγραφή

Αποθηκεύτηκε σε:
Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Κύριοι συγγραφείς: Adamantidou, Vasiliki - Adamantia, Αδαμαντίδου, Βασιλική - Αδαμαντία
Άλλοι συγγραφείς: Νικολάου, Αναστασία
Γλώσσα:English
Δημοσίευση: 2022
Θέματα:
Διαθέσιμο Online:https://catalog.lib.aegean.gr/iguana/www.main.cls?surl=search&p=ed763fb5-024d-4d04-a952-e71cbf110eaa#recordId=1.113670
http://hdl.handle.net/11610/23734
Ετικέτες: Προσθήκη ετικέτας
Δεν υπάρχουν, Καταχωρήστε ετικέτα πρώτοι!
Περιγραφή
Περίληψη:¬Σκοπός της παρούσας πτυχιακής εργασίας ήταν να διερευνηθεί βιβλιογραφικά η παρουσία βιοκτόνων σε παράκτια ύδατα της ελληνικής επικράτειας, τα οποία χρησιμοποιούνται ως ενισχυτικά δράσης σε υφαλοχρώματα. Σε παγκόσμιο επίπεδο, τα υφαλοχρώματα εφαρμόζονται σε επιφάνειες ή κατασκευές που έρχονται σε επαφή με το νερό με στόχο την αντιμετώπιση της επικάλυψης αυτών από ποικιλία οργανισμών. Παρότι η συσσώρευση των οργανισμών αυτών αποτελεί μια φυσική διαδικασία, εντούτοις μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρά λειτουργικά και οικονομικά προβλήματα, αλλά και σε θέματα ασφάλειας. Με βάση τη διεθνή επιστημονική και ελληνική βιβλιογραφία, τα βιοκτόνα που φαίνεται να χρησιμοποιούνται ευρέως είναι τα εξής: Irgarol 1051, Diuron, Chlorothalonil, Dichlofluanid, Sea-nine 211, Zinc pyrithione και Cu2O. Σημειώνεται ότι, διεθνώς, τόσο η συμπεριφορά τους στο υδατικό περιβάλλον, όσο και οι οικοτοξικολογικές τους επιπτώσεις έχουν σε σημαντικό βαθμό διερευνηθεί. Όσον αφορά σε μελέτες της παρουσίας των στα ελληνικά παράκτια ύδατα, αυτές φαίνεται να είναι περιορισμένες. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρεται το Πρόγραμμα Συστηματικής Παρακολούθησης (1999-2000) των μεγαλύτερων σε δυναμικότητα ελληνικών λιμένων και χώρων ελλιμενισμού κύρια σκαφών αναψυχής (μαρίνες) που αφορούσε στην παρουσία των Irgarol 1051, Diuron, Chlorothalonil, Dichlofluanid, Sea-nine 211 σε θαλασσινά νερά και επιφανειακά ιζήματα. Τα εύρη των συγκεντρώσεων κυμάνθηκαν σε επίπεδα συγκριτικά χαμηλότερα σε σχέση με τις τιμές που αναφέρονται στη διεθνή βιβλιογραφία, με τις υψηλότερες τιμές να καταγράφονται σε μαρίνες εποχικά (άνοιξη-καλοκαίρι). Αξίζει να σημειωθεί ότι οι εν λόγω τιμές δεν αναδεικνύουν επιπτώσεις οξείας τοξικότητας, πάραυτα όμως δεν μπορούν να αποκλειστούν δυνητικά χρόνιες επιπτώσεις σε ανώτερους θαλάσσιους οργανισμούς. Άλλα δεδομένα προέρχονται από εργασίες σχετικές με τη διαδικασία είτε της προεπεξεργασίας των δειγμάτων (νερό και ιζήματα), είτε και της αναλυτικής μεθόδου προσδιορισμού των βιοκτόνων. Επίσης, είναι σκόπιμο να διερευνηθούν θαλάσσιες περιοχές πέριξ των υδατοκαλλιεργειών, αλλά και αλιευτικοί λιμένες/καταφύγια, που αμφότερα θεωρούνται δυνητικές πηγές βιοκτόνων. Λαμβάνοντας υπόψη την περιορισμένη πληροφορία σχετικά με την παρουσία των βιοκτόνων, που χρησιμοποιούνται ως ενισχυτικά δράσης σε υφαλοχρώματα στα ελληνικά θαλάσσια περιβάλλοντα, την εκτιμούμενη ευρεία χρήση τους σε σχετικές εφαρμογές, κυρίως εποχικά (άνοιξη, καλοκαίρι), καθώς και άλλους παράγοντες, όπως τοπογραφία, κ.λπ., κρίνεται σκόπιμη η περαιτέρω, σε πλέον συστηματική, έρευνα. Θεωρώντας, επίσης, την «Αρχή της Προφύλαξης» σε σχέση με τη χρήση των εν λόγω βιοκτόνων, είναι δυνατόν να διαμορφωθούν πολιτικές που θα στοχεύουν στη μείωση της θαλάσσιας ρύπανσης, στη διατήρηση της ποιότητας των θαλάσσιων συστημάτων, αλλά και στην προστασία της ανθρώπινης υγείας.