Απόψεις και στάσεις εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης για τη διγλωσσία και την εκπαιδευτική της διαχείριση

Η παρούσα εργασία διερευνά τις απόψεις και τις στάσεις εκπαιδευτικών που εργάζονται στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση γύρω από τη διγλωσσία και τη διαχείρισή της στο σχολικό πλαίσιο. Τα ερωτήματα της έρευνας αφορούν την άποψη των εκπαιδευτικών για το πώς η διγλωσσία επηρεάζει γνωστικά τους μαθητές και τ...

Πλήρης περιγραφή

Αποθηκεύτηκε σε:
Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Κύριος συγγραφέας: Αικατερίνη, Τρύφων
Άλλοι συγγραφείς: Καζούλλη, Βασιλεία
Γλώσσα:el_GR
Δημοσίευση: 2022
Θέματα:
Διαθέσιμο Online:http://hdl.handle.net/11610/22777
Ετικέτες: Προσθήκη ετικέτας
Δεν υπάρχουν, Καταχωρήστε ετικέτα πρώτοι!
Περιγραφή
Περίληψη:Η παρούσα εργασία διερευνά τις απόψεις και τις στάσεις εκπαιδευτικών που εργάζονται στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση γύρω από τη διγλωσσία και τη διαχείρισή της στο σχολικό πλαίσιο. Τα ερωτήματα της έρευνας αφορούν την άποψη των εκπαιδευτικών για το πώς η διγλωσσία επηρεάζει γνωστικά τους μαθητές και τη στάση τους ως προς την αξιοποίηση των μητρικών τους γλωσσών στο σχολείο. Ακόμα, οι εκπαιδευτικοί καλούνται να περιγράψουν πώς διαχειρίζονται την παρουσία δίγλωσσων μαθητών στην τάξη τους. Εξετάζεται κατά πόσο διαφοροποιούν τη διδασκαλία τους και παρέχουν στους μαθητές πλαισιακή υποστήριξη, καθώς και αν αξιοποιούν το γλωσσικό και το πολιτισμικό κεφάλαιο τους μέσα από πρακτικές. Τα δεδομένα συλλέγονται μέσα από συνεντεύξεις με δώδεκα εκπαιδευτικούς, οι οποίοι εργάζονται σε σχολεία της Θεσσαλονίκης όπου φοιτά μεγάλος αριθμός δίγλωσσων και εν δυνάμει δίγλωσσων μαθητών με μεταναστευτικό ή προσφυγικό υπόβαθρο. Η επεξεργασία τους γίνεται με τη μέθοδο της ποιοτικής ανάλυσης. Από τα αποτελέσματά της έρευνας φαίνεται πως οι εκπαιδευτικοί θεωρούν ότι η διγλωσσία επιδρά με θετικό τρόπο στη γνωστική ανάπτυξη του ατόμου. Ωστόσο, επισημαίνουν ότι προϋπόθεση αποτελεί η ορθή διαχείρισή της στο πλαίσιο του σχολείου και της οικογένειας. Η στάση των εκπαιδευτικών είναι επιφυλακτική ως προς την ενίσχυση των μητρικών γλωσσών εντός μιας τυπικής τάξης. Σχολιάζουν πως κάτι τέτοιο θα ήταν ωφέλιμο, αλλά πρακτικά δύσκολο, κυρίως από άποψη χρόνου. Ως προς τη διαχείριση της διγλωσσίας στη διδακτική πράξη, οι μισοί από τους εκπαιδευτικούς δηλώνουν πως δεν διαφοροποιούν τη διδασκαλία τους ώστε να εξυπηρετεί καλύτερα τις ανάγκες των δίγλωσσων μαθητών. Οι άλλοι μισοί λαμβάνουν υπόψη τα ατομικά χαρακτηριστικά τους και προσαρμόζουν αναλόγως τους στόχους και το διδακτικό περιεχόμενο. Αναφορικά με την αξιοποίηση του κεφαλαίου των μαθητών, φαίνεται πως οι εκπαιδευτικοί κάνουν ευκαιριακά αναφορές σε γλωσσικά και πολιτισμικά τους στοιχεία κατά τη διδασκαλία, χωρίς όμως να προωθούν την καλλιέργεια του γραμματισμού στη μητρική γλώσσα, ενώ σπάνια καλούν τους μαθητές να εμπλακούν σε διαδικασίες κριτικής θεώρησης του πολιτισμού