Ίχνη της ανατολικής Ελλάδας και παραγωγή ανατολίζοντων τεχνέργων στην αρχαϊκή Ναύκρατη
Η Ναύκρατη, κατά τα πρόσφατα δεδομένα, συνιστά το μόνο ελληνικό και πλέον ανθηρό αρχαϊκό λιμάνι στο δέλτα του Νείλου, ενός δοτού εδάφους, πρωτίστως σε μισθοφορικές ομάδες ελληνικής πληθυσμιακής σύστασης της Α. Ελλάδας και με την πάροδο του χρόνου, εμπορικών αντιπροσώπων, για τις ανάγκες των διακρατι...
Αποθηκεύτηκε σε:
| Κύριος συγγραφέας: | |
|---|---|
| Άλλοι συγγραφείς: | |
| Γλώσσα: | el_GR |
| Δημοσίευση: |
2021
|
| Θέματα: | |
| Διαθέσιμο Online: | http://hdl.handle.net/11610/22557 |
| Ετικέτες: |
Προσθήκη ετικέτας
Δεν υπάρχουν, Καταχωρήστε ετικέτα πρώτοι!
|
| Περίληψη: | Η Ναύκρατη, κατά τα πρόσφατα δεδομένα, συνιστά το μόνο ελληνικό και πλέον ανθηρό αρχαϊκό λιμάνι στο δέλτα του Νείλου, ενός δοτού εδάφους, πρωτίστως σε μισθοφορικές ομάδες ελληνικής πληθυσμιακής σύστασης της Α. Ελλάδας και με την πάροδο του χρόνου, εμπορικών αντιπροσώπων, για τις ανάγκες των διακρατικών συναλλαγών. Ωστόσο, σήμερα η γνώση μας για τον τόπο περικλείει και την παρουσία αλλόφυλων πληθυσμών, στο πλαίσιο μιας ειρηνικής συνύπαρξης αιώνων κι ανάμειξης ηθών και καλλιτεχνικών τάσεων. Τα ίχνη του παρελθόντος συνηγορούν στην εκτίμηση ευημερίας του οικισμού, τουλάχιστον από την ίδρυση του λιμανιού, ως την περίοδο της επικυριαρχίας του Αλεξάνδρου, ενώ διατηρεί ίχνη κατοίκισης μετέπειτα αιώνων.
Τα αρχαιολογικά κατάλοιπα, με αποφασιστικής βαρύτητας οδηγό τις σύγχρονες ερευνητικές μεθόδους και την ανάλυση των τύπων της κεραμικής, συστήνουν την εγκατάσταση στον χώρο, στον χρονολογικό ορίζοντα του τέλους του 7ου αιώνα, καθώς τα πρώιμα θραύσματα συνδέονται με την αρχαϊκή περίοδο, μεταξύ των ετών 620-610 π. Χ.. Εντούτοις, για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι γραπτές πηγές της αρχαιότητας, με σημαντικότερη αυτή του Ηροδότου, περιέπλεκαν την ικανότητα σαφούς προσδιορισμού των απαρχών εγκατάστασης στην περιοχή. Συγκεκριμένα, οι καταθέσεις τμήματος της ιστοριογραφίας οδηγούσαν στο παραπλανητικό συμπέρασμα της ίδρυσης του οικισμού υπό την εδαφική παραχώρηση, κατά τη διακυβέρνηση κατοπινών ετών, του φαραώ Amasis ΙΙ και στο πλαίσιο της φιλελληνικής πολιτικής του.
Η παρούσα εργασία αναψηλαφεί τα ιστορικά γεγονότα της εμφάνισης του παράκτιου εμπορικού οικισμού, τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες της περιόδου, όπως αυτές καταγράφηκαν στις γραμματειακές πηγές, τα ερευνητικά προγράμματα εντοπισμού της θέσης και τα αρχαιολογικά δεδομένα. Ταυτόχρονα, επιχειρεί, εστιάζοντας στην παράθεση των αρχαϊκών καταλοίπων που συνδέονται με περιοχές της Α. Ελλάδας, να διαφωτίσει, ως προς το εύρος των ανταλλακτικών συναλλαγών, όχι μόνο στο επίπεδο των απτών αντικειμένων και της ανάπτυξης τοπικής παραγωγής καινοφανών, χρηστικών και μη, κεραμικών τύπων, αλλά και στο πλαίσιο της ανάμειξης τεχνογνωσίας σε ολόκληρο το φάσμα των παραγόμενων ειδών τέχνης, ανοικτά ερωτήματα, τα οποία, σήμερα, συμπεριλαμβάνονται στην ερευνητική συζήτηση που ασχολείται με τις όψεις του αποκαλούμενου ‘’οριενταλισμού’’, όπως αυτός αποκρυσταλλώνεται στα κατάλοιπα της ελληνικής αρχαϊκής τέχνης. |
|---|