Η σύμβαση αστικής ευθύνης για ζημίες από πετρελαϊκή ρύπανση (CLC) - To διεθνές καθεστώς και η εφαρμογή της στην διεθνή και ελληνική έννομη τάξη

Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να παρουσιάσει μία όσο το δυνατόν πληρέστερη , αλλά και συγχρόνως απλή και σχηματική εικόνα του διεθνούς καθεστώτος της Σύμβασης Αστικής Ευθύνης από Ζημία για ρύπανση της θάλασσας που προκαλείται από διαρροή πετρελαίου μεταφερόμενου ως φορτίου από δεξαμενόπλοια, γ...

Full description

Saved in:
Bibliographic Details
Main Author: Μπαλοδήμας, Χαρίλαος
Other Authors: Αθανασοπούλου, Βικτώρια
Language:el_GR
Published: 2021
Subjects:
Online Access:http://hdl.handle.net/11610/22261
Tags: Add Tag
No Tags, Be the first to tag this record!
Description
Summary:Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να παρουσιάσει μία όσο το δυνατόν πληρέστερη , αλλά και συγχρόνως απλή και σχηματική εικόνα του διεθνούς καθεστώτος της Σύμβασης Αστικής Ευθύνης από Ζημία για ρύπανση της θάλασσας που προκαλείται από διαρροή πετρελαίου μεταφερόμενου ως φορτίου από δεξαμενόπλοια, γνωστή με την συντομογραφία «CLC». Το αντικείμενο της μελέτης έχει ως επί το πλείστον νομικές προσεγγίσεις, αφού η συγκεκριμένη Σύμβαση και οι συναφείς με αυτή λοιπές Συμβάσεις, αποτελούν στο σύνολό τους ένα διεθνές υπερνομοθετικό κείμενο που συντάχθηκε για να καλύψει την αναγκαιότητα θέσπισης ειδικών κανόνων, διεθνούς ισχύος, που να ρυθμίζουν και να αντιμετωπίζουν την θαλάσσια πετρελαϊκή ρύπανση και την όσο το δυνατόν ικανοποιητική αποζημίωση των ζημιωθέντων από αυτή προσώπων, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη πως η μεταφορά πετρελαίου δεν πραγματοποιείται μόνο στα χωρικά ύδατα ενός κράτους, αλλά αφορά το μεγαλύτερο μέρος του θαλάσσιου χώρου του πλανήτη και πως, μέχρι την υιοθέτηση και την υπογραφή της, οι ρυθμίσεις στο πεδίο του διεθνούς δικαίου σε περίπτωση θαλάσσιας πετρελαϊκής ρύπανσης ήταν ελλιπείς. Η προσέγγιση της εργασίας , δεν εστιάζει σε μία αναλυτική κατ’ άρθρο ερμηνεία της CLC, αλλά εντοπίζει το ενδιαφέρον της κυρίως στον κορμό των ρυθμίσεών της , στον σκοπό που αυτή επιτελεί και στην διαφοροποίησή της από άλλες παρεμφερείς Διεθνείς Συμβάσεις, η πολυπλοκότητα των οποίων, όπως και η μεταξύ τους ομοιότητα , είναι αξιοσημείωτη, πλην το ρυθμιστικό τους πεδίο είναι σε πολλά σημεία διαφορετικό. Αρχικά, στην «Εισαγωγή» της εργασίας , γίνονται γενικές, τιτλοποιημένες και διαρθωτικές αναφορές στην έννοια του θαλάσσιου περιβάλλοντος, στην μεταφορά πετρελαίου διά θαλάσσης, που ως επικίνδυνη δραστηριότητα, είναι ικανή να βλάψει το περιβάλλον αυτό, στο πρόβλημα της θαλάσσιας ρύπανσης από την δραστηριότητα αυτή και στην προσπάθεια των παράκτιων κρατών, από πολύ νωρίς, να προστατέψουν το θαλάσσιο περιβάλλον, αλλά και να θέσουν κοινούς κανόνες που να ρυθμίζουν το ζήτημα της αστικής ευθύνης και της αποζημίωσης των ζημιωθέντων προσώπων από τη ρύπανση αυτή. Στο «1ο Κεφάλαιο», κρίθηκε σκόπιμη η έκθεση της εξελικτικής πορείας της CLC , με αναφορά στο καθεστώς που ίσχυε πριν την υπογραφή της, όπως και σε εκείνο που θεσμοθετήθηκε με την υιοθέτησή της από τα Κράτη που συμβλήθηκαν σ’ αυτή , με κυρίαρχο εφαλτήριο γεγονός για την υπογραφή της, να αποτελεί η πετρελαϊκή μόλυνση που προκλήθηκε από το ναυάγιο του δεξαμενόπλοιου «Torrey Canyon» το 1967, εν συνεχεία δε, αναφέρονται και οι σχετικές τροποποιήσεις της Σύμβασης, όπως και λοιπές συμβάσεις που ακολούθησαν. Το «2ο Κεφάλαιο», πραγματεύεται το πεδίο εφαρμογής της CLC , με αναφορές στους ορισμούς της και την ερμηνεία τους, σε συνδυασμό με την εφαρμογή τους στην δικαστηριακή πρακτική, με παραπομπές σε δικαστηριακή Νομολογία. Στο «3ο Κεφάλαιο», καταχωρείται μία επισκόπηση άλλων ειδικών συναφών καθεστώτων αστικής ευθύνης, με ειδικές επισημάνσεις στο πώς αυτά διαφοροποιούνται νομικά και δικονομικά από την CLC. Η απαρίθμηση των καθεστώτων αυτών, είναι ενδεικτική, με επιλογή των πιο γνωστών και σημαντικών, ικανών ωστόσο να καταδείξουν την πολυπλοκότητα, την συνάφεια , αλλά και την διαφορετικότητα των νομοθετικών ρυθμίσεων που αφορούν στην θαλάσσια ρύπανση . Στο «4ο Κεφάλαιο», επιλέχθηκε η μέθοδος της «μελέτης περίπτωσης» με ενδεικτική καταχώρηση ατυχηματικών περιστατικών πετρελαιοκηλίδων, τόσο στα διεθνή, όσο και στα ελληνικά χωρικά ύδατα και η αντιμετώπισή τους υπό το πρίσμα της CLC, με αναφορές στις αποζημιώσεις που απονεμήθηκαν στους ζημιωθέντες, είτε από τα εθνικά Δικαστήρια, είτε κατόπιν συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, κάτι που φαίνεται πως συνηθίζεται σε τέτοιου είδους διαφορές. Η εργασία τέλος ολοκληρώνεται με κάποιες «Συμπερασματικές Επισημάνσεις» , αναφορικά με την εφαρμογή της CLC και την σημασία της.