Προσδιορισμός αντιμικροβιακής δράσης φυτικών εκχυλισμάτων και μειγμάτων αυτών

Στο πρώτο κεφάλαιο της πτυχιακής αυτής μελέτης που αφορά τα βιοϋμένια περιγράφεται η διαδικασία σχηματισμού τους καθώς και τρόποι για την εξάλειψη τους. Επίσης, επισημαίνονται ορισμένες πληροφορίες για τους μικροοργανισμούς δείκτες (ελέγχου) της αντιμικροβιακής δράσης των ουσιών που χρησιμοποιήθηκαν...

Full description

Saved in:
Bibliographic Details
Main Authors: Δήμου, Ιωάννα, Δρίτσας, Σταύρος
Other Authors: Γκιαούρης, Ευστάθιος
Language:el_GR
Published: 2021
Subjects:
Online Access:http://hdl.handle.net/11610/21692
Tags: Add Tag
No Tags, Be the first to tag this record!
Description
Summary:Στο πρώτο κεφάλαιο της πτυχιακής αυτής μελέτης που αφορά τα βιοϋμένια περιγράφεται η διαδικασία σχηματισμού τους καθώς και τρόποι για την εξάλειψη τους. Επίσης, επισημαίνονται ορισμένες πληροφορίες για τους μικροοργανισμούς δείκτες (ελέγχου) της αντιμικροβιακής δράσης των ουσιών που χρησιμοποιήθηκαν στο πειραματικό μέρος. Στο δεύτερο κεφάλαιο αναφέρονται πληροφορίες για ορισμένα αντιμικροβιακά φυτικής προέλευσης (μεταξύ αυτών και για τα δείγματα που χρησιμοποιήθηκαν). Στο πειραματικό μέρος ελέγχθηκαν ως προς την αντιμικροβιακή τους δράση οκτώ δείγματα αντιμικροβιακών ουσιών. Τα δείγματα αυτά ήταν: γλυκερινικό εκχύλισμα βαλσαμόχορτου, δύο αιθέρια έλαια βασιλικού (ελληνικός και ινδικός), αιθέριο έλαιο σιδερίτη, υδατικό εκχύλισμα χρυσόβεργας Solidago virgaurea (Bucovia), μια οδοντόκρεμα και ένα στοματικό διάλυμα (με ενσωματωμένα αντιμικροβιακά συστατικά όπως: γλυκερινικό εκχύλισμα βαλσαμόχορτου ,αιθέριο έλαιο σιδερίτη, βασιλικού και εκχύλισμα S. virgaurea) και το χλωριούχο κετυλοπυριδίνιο (CPC, συνθετικό χημικό αντιμικροβιακό). Όλα τα δείγματα υποβλήθηκαν στη μέθοδο της μικροαραίωσης σε θρεπτικό ζωμό προκειμένου να ελεγχθούν ως προς την αντιμικροβιακή τους δράση έναντι τεσσάρων μικροοργανισμών στόχων οι οποίοι ήταν τα βακτηριακά είδη: Escherichia coli O157:H7, Enterococcus faecalis, Pseudomonas aeruginosa, Streptococcus mutans. Στη πρώτη αυτή μέθοδο, προσδιορίστηκε η ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (minimum inhibitory concentration, MIC) καθώς και η ελάχιστη βακτηριοκτόνα συγκέντρωση (minimum bactericidal concentration, MBC) για το κάθε δείγμα έναντι σε κάθε μικροοργανισμό δείκτη. Αποδείχθηκε πως το αποτελεσματικότερο ήταν το χλωριούχο κετυλοπυριδίνιο με τιμές MIC = 0,0031%, 0,0031%, 0,08% και 0,008% για τους τέσσερις μικροοργανισμούς δείκτες αντιστοίχως. Όσον αφορά τις τιμές MBC για το συγκεκριμένο δείγμα αυτές ήταν MIC = 0,0031%, 0,0031%, 0,08% και 0,0016%, αντιστοίχως. Όσον αφορά το πιο αντιμικροβιακό φυσικό συστατικό αυτό ήταν το αιθέριο έλαιο βασιλικού ινδικής προέλευσης το οποίο εμφάνισε MIC = 0,31% και MBC = 0,63% έναντι των μικροοργανισμών E. faecalis και S. mutans. Συνεχίζοντας στη δεύτερη μέθοδο ελέγχου της αντιμικροβιακής δράσης των δειγμάτων, που ήταν αυτή της διάχυσης σε άγαρ από βοθρίο μετρήθηκαν οι ζώνες αναστολής της μικροβιακής αύξησης με τα αποτελέσματα να δείχνουν πως την μεγαλύτερη δράση την είχε το χλωριούχο κετυλοπυριδίνιο (με τις ζώνες αναστολής για συγκέντρωση 0,05% να είναι 13 και 11mm έναντι των S. mutans, Ε. faecalis αντίστοιχα) και το στοματικό διάλυμα (με ζώνες αναστολής 12 και 10mm έναντι των ίδιων βακτηρίων σε συγκέντρωση 5%). Στην τρίτη μέθοδο υπολογίστηκε η ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση του στοματικού διαλύματος έναντι του σχηματισμού βιοϋμενίου από το S. mutans. Τα αποτελέσματα φανέρωσαν πως είχαμε παραδόξως επαρκή ανάπτυξη βιοϋμενίου ακόμα και σε συγκεντρώσεις ελαφρώς μεγαλύτερες της MIC (0,31% v/v), με την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση έναντι του σχηματισμού βιοϋμενίου (minimum biofilm inhibitory concentration, MBIC) να προσδιορίζεται ίση με 0,63%. Στην τέταρτη μέθοδο υπολογίστηκε η ελάχιστη συγκέντρωση του στοματικού διαλύματος για την εξάλειψη των βιοϋμενικών κυττάρων S. mutans. Αξιοσημείωτα, τα αποτελέσματα δεν έδειξαν κάποια μείωση στους βιοϋμενικούς πληθυσμούς σε όλες τις συγκεντρώσεις του στοματικού διαλύματος που μελετήθηκαν (χρησιμοποιήθηκαν συγκεντρώσεις από 160*MIC = 100% μέχρι 2,5*ΜΙC = 1,56%) φανερώνοντας την ιδιαίτερη ανθεκτικότητα των βιοϋμενικών κυττάρων. Τέλος, προκειμένου να εντοπιστεί η αιτία της ιδιαίτερης αυξημένης ανθεκτικότητας των βιοϋμενικών κυττάρων έγινε ποσοτικοποίηση των εξωπολυσακχαριτών (EPS) των βιοϋμενίων του S. mutans, ακολούθως ανάπτυξης παρουσίας και απουσίας σουκρόζης (1 %). Τα αποτελέσματα φανέρωσαν σημαντική ποσότητα EPS στο βιοϋμένιο του S. mutans όταν αυτό είχε αναπτυχθεί παρουσία της σουκρόζης (0,28 ± 0,11μΜ/cm2), κάτι το οποίο ενδεχομένως συνετέλεσε καθοριστικά στην αυξημένη του αντοχή στην απολύμανση με το στοματικό διάλυμα.