Γεωπολιτικά διλήμματα της Ελλάδος στις αρχές του 20ου αιώνα
Η παρούσα διατριβή έχει ως αντικείμενο, την αναψηλάφηση και φωταγώγηση των γεωπολιτικών διλημμάτων, μπροστά στα όποια τέθηκε η ηγεσία του ελληνικού κράτους στις απαρχές του 20ου αιώνα, κατ’εξοχήν μετά τα ανορθωτικά κινήματα των Νεοτούρκων (1908) και σε εμάς του Γουδή (1909), διλήμματα που απασχόλησα...
Αποθηκεύτηκε σε:
| Κύριος συγγραφέας: | |
|---|---|
| Άλλοι συγγραφείς: | |
| Γλώσσα: | el_GR |
| Δημοσίευση: |
2020
|
| Θέματα: | |
| Διαθέσιμο Online: | http://hdl.handle.net/11610/20826 |
| Ετικέτες: |
Προσθήκη ετικέτας
Δεν υπάρχουν, Καταχωρήστε ετικέτα πρώτοι!
|
| Περίληψη: | Η παρούσα διατριβή έχει ως αντικείμενο, την αναψηλάφηση και φωταγώγηση των γεωπολιτικών διλημμάτων, μπροστά στα όποια τέθηκε η ηγεσία του ελληνικού κράτους στις απαρχές του 20ου αιώνα, κατ’εξοχήν μετά τα ανορθωτικά κινήματα των Νεοτούρκων (1908) και σε εμάς του Γουδή (1909), διλήμματα που απασχόλησαν στη φάση συγκρότησης των συμμαχιών στα Βαλκάνια το 1912, και κορυφώθηκαν το 1915/16 όταν οι επιχειρήσεις του Α`Π.Π. επεκτάθηκαν στο Αιγαίο. Η αναδίφηση των διλημμάτων αυτών παρουσιάζει ξεχωριστό επιστημονικό – διάβαζε πολιτικό και ιστορικό – ενδιαφέρον γιατί φωτίζει βασικά χαρακτηριστικά της νεώτερης Ελλάδας, ως κράτους κυρίως μεσογειακού και θαλάσσιου/ναυτικού, του οποίου οι πολιτικές επιλογές δεν μπορούν να βαίνουν ακινδύνως αντίθετα με την φύση και τα χαρακτηριστικά του.
Ως γεωπολιτική ορίζεται εν προκειμένου η επιστημονική κατεύθυνση που εξετάζει την γεωγραφική κατανομή της ισχύος, στην δυναμική έκφανση της.
Κατά την διερεύνηση του θέματος, ακολούθησα εμπειρική/εκλεκτική μεθοδολογική προσέγγιση, όπως επιτάσσουν οι αρχές της γεωπολιτικής ανάλυσης, λαμβάνοντας υπόψη το ποππεριανό υπόδειγμα επαλήθευσης – διάψευσης (Falsifizierbarkeit). Ενδιέτριψα, δε, σε μία βαθύτερη ιχνηλάτηση των γεωγραφικών χαρακτηριστικών του κράτους, όπως αυτά αναδείχθηκαν και προδιαγράφηκαν, ήδη επί των ημερών του Ιωάννη Καποδίστρια ως Κυβερνήτη και όπως εκ των πραγμάτων αξιολογούνται από τους θεωρητικούς της γεωπολιτικής, κυρίως δε στο έργο του Alfred Thayer Mahan.
Στο πλαίσιο της έρευνας, έγινε ανασκόπηση της αφετηρίας του ελληνικού κράτους στην πορεία προς την ωρίμανση και την εδαφική ολοκλήρωση του.
Έγινε αναφορά στους ναυτικούς αποκλεισμούς τους οποίους υπέστη από τις δυνάμεις προς επηρεασμό της πολιτικής του, παθητική συνέπεια της ταυτότητας της Ελλάδας ως χώρας επιθαλάσσιας, με μέγιστο, αναλόγως της επιφανείας της, ανάπτυγμα ακτών.
Έτυχε πραγμάτευσης η πλοήγηση της νεαρής Ελλάδος στην κατεύθυνση ενίσχυσης της θέσης της (Κρητικό ζήτημα, «Μεγάλη Βουλγαρία», Μακεδονικό ζήτημα) μέσα από τις συμπληγάδες διασταυρουμένων και αντιρρόπων συμφερόντων των Δυνάμεων και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Φωτίστηκε η διαδικασία σύμμετρης διεύρυνσης της επικράτειας προς νότο (Κρήτη), βορρά (Ήπειρος, Μακεδονία), ανατολάς (Νησιά Αιγαίου).
Τα αδήριτα διλήμματα της εποχής ήσαν κατά τη χρονική σειρά:
α) με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, κατά των νεαρών χριστιανικών κρατών της Βαλκανικής, ή με τα νεαρά αυτά, ομόδοξα πλην εν πολλοίς ανταγωνιστικά, βαλκανικά κράτη;
β) με την έκρηξη του Α`Π.Π.
- Συνεχής ουδετερότητα, εν τοις πράγμασι εξυπηρετική των Κεντρικών Δυνάμεων, ή έξοδος στον πόλεμο παρά το πλευρό της Entente;
γ) κύριος άξονας εδαφικής/αλυτρωτικής πολιτικής του κράτους η δυτική Μικρά Ασία, ή η Θράκη (τότε δυτική και ανατολική);
Τα διλήμματα αυτά ήσαν οξύτατα, ετάμησαν επιτυχώς το α), ανεπιτυχώς τα υπό β) και γ) με άκρως δυσμενείς συνέπειες για την πορεία του κράτους και της κοινωνίας.
Τα διλήμματα ήσαν πρωτίστως γεωπολιτικά, ιδίως τα β) και γ), αλλά επίσης αντανακλάσεις διαφορισμών της νεαρής ελληνικής κοινωνίας.
Στην υπέρβαση του α) διλήμματος συνετέλεσε η κατάληψη των Δωδεκανήσων από την Ιταλία, η ενίσχυση του στρατού και του στόλου, η εθνικιστική στροφή των Νεοτούρκων, η εκτίμηση για δυνατότητα κερδών στον Μακεδονικό χώρο αλλά και επιρροή ξένων Δυνάμεων, θετικά της Ρωσίας αλλά επίσης της Αγγλίας η οποία έχει πάρει αποστάσεις από την Τουρκία.
Το β) δίλημμα οδήγησε στον εθνικό διχασμό (Φεβρουάριος 1915). Ο Βενιζέλος είχε ορθώς εκτιμήσει την δυνατότητα της Entente, συμμαχίας ναυτικών και ηπειρωτικών δυνάμεων, να επικρατήσει στον αμφίρροπο αγώνα. Απεναντίας ο βασιλιάς Κωνσταντίνος (και ο Ιωάννης Μεταξάς) δεν εκτιμούσαν ορθά την δυναμική των πραγμάτων. Αποτιμούσαν πάντως με ακρίβεια το απρόσφορο των υπερπόντιων παραχωρήσεων που υποσχόταν η Entente (Ιανουάριος 1915) στη δυτική Μικρά Ασία, καθώς Θράκη, Κωνσταντινούπολη και τα Στενά είχαν τότε επιδικαστεί στη τσαρική Ρωσία.
Η (γέω-)πολιτική λογική συνηγορούσε υπέρ της εξόδου στον πόλεμο με την Entente, χάριν συμμετοχής από ευνοϊκή θέση στην μεταπολεμική τάξη. Το δέλεαρ της Ιωνίας ήταν δυσανάλογο για την γεωγραφική πραγματικότητα, την δημογραφική βάση και την οικονομική και ηθική αντοχή της χώρας.
γ) Μετά την αποχώρηση της Ρωσίας από το προσκήνιο ένεκα της καθεστωτικής αλλαγής, με την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών ο δρόμος ήταν ανοιχτός για αλλαγή στόχευσης. Η Θράκη είχε επιδικαστεί στο σύνολό της οριστικά στην Ελλάδα, εν τούτοις η χώρα παγιδεύτηκε σε μία αδιέξοδη εκστρατεία. Ήταν νομοτελειακή συνέπεια η ελληνική σφήνα να συνθλιβεί και αποβληθεί από τον τουρκικό όγκο.
Η μελέτη των συνθηκών, μεταβλητών και σταθερών, καταδεικνύει την διαχρονική αξία της φράσης του Θουκυδίδη «μέγα το της θαλάσσης κράτος» (μεγάλη η σπουδαιότητα του ναυτικού παράγοντα), αναδεικνύει δε τον ρόλο των Στενών (και των νησιωτικών του Αιγαίου διαύλων) στην γεωπολιτική θέαση του κράτους.
Η έρευνα περιέλαβε στη συνέχεια την συμβατική αποτύπωση των ισορροπιών που προέκυψαν για το Αιγαίο και την ζώνη των Στενών μετά το τέλος του Α`Π.Π. (περιλαμβανομένης της μικρασιατικής εμπλοκής), δηλαδή τις Συνθήκες των Σεβρών (1920) και της Λωζάννης (1923), και την Σύμβαση του Montreux για το καθεστώς των Στενών (1936). |
|---|