Τα δημόσια συστήματα κοινόχρηστων ποδηλάτων στην Ελλάδα: καταγραφή υφιστάμενης κατάστασης και εκτίμηση της απόδοσης λειτουργίας τους

Η κοινή χρήση ποδηλάτων είναι μια έννοια κινητικότητας που έχει εμφανιστεί σε διάφορα μεγάλα αστικά κέντρα στην Ευρώπη, την Ασία και τη Βόρεια Αμερική ως μέρος του αστικού συστήματος μεταφορών που παρέχει συμπληρωματικές υπηρεσίες μεταφοράς στις κυριότερες εγκαταστάσεις μαζικής μεταφοράς. Αν και τα...

Full description

Saved in:
Bibliographic Details
Main Author: Τσιόπτσιας, Εμμανουήλ
Other Authors: Πολυδωροπούλου, Αμαλία
Language:el_GR
Published: 2020
Subjects:
Online Access:http://hdl.handle.net/11610/20006
Tags: Add Tag
No Tags, Be the first to tag this record!
Description
Summary:Η κοινή χρήση ποδηλάτων είναι μια έννοια κινητικότητας που έχει εμφανιστεί σε διάφορα μεγάλα αστικά κέντρα στην Ευρώπη, την Ασία και τη Βόρεια Αμερική ως μέρος του αστικού συστήματος μεταφορών που παρέχει συμπληρωματικές υπηρεσίες μεταφοράς στις κυριότερες εγκαταστάσεις μαζικής μεταφοράς. Αν και τα προγράμματα κοινόχρηστων ποδηλάτων υπήρχαν από τη δεκαετία του 1960, η ανάπτυξή ήταν ιδιαίτερη την τελευταία δεκαετία. Έχουν διεξαχθεί πολυάριθμες μελέτες σχετικά με τα οφέλη από την χρήση των κοινόχρηστων ποδηλάτων, αποδεικνύοντας τη σημαντική συμβολή της στην ανακούφιση της κυκλοφοριακής συμφόρησης, προσφέροντας βελτιωμένη συνδεσιμότητα με τα μέσα μαζικής μεταφοράς που επιλύουν το πρόβλημα "τελευταίου μιλίου" μειώνοντας τη χρήση ιδιωτικών αυτοκινήτων και την ατμοσφαιρική ρύπανση. Στην Ελλάδα, από το 2010, σε διάφορες πόλεις, λειτουργούν δημόσια αυτοματοποιημένα συστήματα κοινόχρηστων ποδηλάτων (ΣΚΠ), αλλά εξ όσων γνωρίζουμε δεν διεξήχθη καμία έρευνα σχετικά με τα χαρακτηριστικά τους και την αξιολόγηση της απόδοσής τους. Η παρούσα εργασία επιχειρεί να καλύψει αυτό το κενό και να συμβάλει στην υπάρχουσα μελέτη στον τομέα των κοινόχρηστων ποδηλάτων με: i) την καταγραφή της υπάρχουσας κατάστασης με τη συλλογή και την ανάλυση ποσοτικών δεδομένων σχετικά με τα δημόσια ΣΚΠ που λειτουργούν στην Ελλάδα, ii) την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας του συστήματος και της διείσδυσης στην αγορά, και iii) την παροχή συστάσεων ώστε να διευρυνθεί η χρήση και να ενθαρρυνθεί η ενσωμάτωση των δημόσιων ΣΚΠ στο σύστημα μεταφορών των ελληνικών πόλεων. Για το σκοπό αυτό συγκεντρώθηκε ένα ευρύ φάσμα δεδομένων σχετικά με τα υφιστάμενα ΣΚΠ στην Ελλάδα και τα χαρακτηριστικά υποδομής και λειτουργίας τους. Η διαδικασία συλλογής δεδομένων πραγματοποιήθηκε από τον Ιούλιο του 2017 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2017 και συνίστατο σε διεξοδικές συνεντεύξεις με λήπτες αποφάσεων όπως οι πάροχοι ΣΚΠ και εκπρόσωποι φορέων κοινής χρήσης ποδηλάτων (δήμοι, ιδιωτικές επιχειρήσεις κλπ.), καθώς και έρευνα με βάση την αυτοψία συμπληρούμενη από έρευνα στους διαδικτυακούς τόπους των ΣΚΠ για την απόκτηση των απαιτούμενων δεδομένων. Οι συνεντεύξεις με τους ενδιαφερόμενους πραγματοποιήθηκαν δια ζώσης, τηλεφωνικά ή με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, χρησιμοποιώντας ένα δομημένο ερωτηματολόγιο. Το ερωτηματολόγιο σχεδιάστηκε με βάση τη συζήτηση των ακόλουθων θεμάτων: βασικές πληροφορίες συστήματος (όνομα οργανισμού, έναρξη λειτουργίας, διαχειριστής και επιχειρηματικό μοντέλο), διαστάσεις συστήματος (αριθμός ποδηλάτων και σταθμών σύνδεσης), στατιστικά στοιχεία χρήσης του συστήματος (αριθμός εγγεγραμμένων χρηστών), εγκαταστημένη πληροφορική και τεχνολογία επικοινωνιών για τα ποδήλατα (αναγνώριση ραδιοσυχνοτήτων, παγκόσμιο σύστημα εντοπισμού θέσης),σύστημα ανακατανομής, ενσωμάτωση και οικονομικά στοιχεία. Η ανάλυσή έδειξε ότι από το 2008 έως το 2017, άρχισαν να λειτουργούν στην Ελλάδα 48 συστήματα ποδηλάτων, εκ των οποίων τα 38 ήταν αυτοματοποιημένα. Κατά τη διάρκεια αυτού του δεκαετούς χρονικού πλαισίου, 14 αυτοματοποιημένα προγράμματα τερμάτισαν τη λειτουργία τους, με μέσο χρόνο ζωής περίπου 16 μηνών. Όσον αφορά το επιχειρησιακό τους μοντέλο, το 90% των υφιστάμενων συστημάτων παρέχονταν και λειτουργούσαν από μια δημοτική αρχή, ενώ τα υπόλοιπα ήταν ιδιωτικά. Όλα τα αυτοματοποιημένα προγράμματα είχαν χαρακτηριστικά των συστημάτων κοινόχρηστων ποδηλάτων 3ης γενιάς ενώ κανένα ΣΚΠ δεν ήταν εξοπλισμένο με σύστημα GPS για την παρακολούθηση των ποδηλάτων. Για να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα των υφιστάμενων συστημάτων ανταλλαγής ποδηλάτων, υπολογίστηκαν δύο βασικοί δείκτες απόδοσης. Συγκεκριμένα, υπολογίστηκαν για κάθε σύστημα, ο μέσος αριθμός ημερήσιων χρήσεων ανά ποδήλατο και οι μέσες ημερήσιες μετακινήσεις ανά κάτοικο για τη μέτρηση της αποτελεσματικότητας του συστήματος και της διείσδυσης στην αγορά αντίστοιχα. Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι η αποτελεσματικότητα σε εθνικό επίπεδο αντιστοιχεί σε 2 ημερήσιες μετακινήσεις ανά 1000 κατοίκους κατά μέσο όρο, ενώ για διείσδυση στην αγορά υπολογίζεται ένας μέσος όρος των 0,4 καθημερινών χρήσεων ανά ποδήλατο. Η σύγκριση αυτών των τιμών με τις τιμές αναφοράς που πρότεινε το ITDP (2013) δείχνει ότι συνολικά τα συστήματα κατανομής ποδηλάτων στην Ελλάδα είναι χαμηλής απόδοσης με χαμηλή διείσδυση στην αγορά και χαμηλά ποσοστά χρήσης της υποδομής. Αυτό θα μπορούσε να εξηγηθεί από το γεγονός ότι η μεγάλη πλειοψηφία των συστημάτων διανομής ποδηλάτων στην Ελλάδα δεν είναι ενσωματωμένα στο σύστημα αστικών μεταφορών των περιοχών που εξυπηρετούν. Τα παραπάνω ευρήματα παρέχουν σημαντική εικόνα για τους φορείς χάραξης πολιτικής, τους δημόσιους φορείς, τις ιδιωτικές εταιρείες και άλλους οργανισμούς που αποσκοπούν στην επέκταση της χρήσης και στην ενθάρρυνση της ενσωμάτωσης των δημόσιων προγραμμάτων κοινόχρηστων ποδηλάτων στο σύστημα αστικών συγκοινωνιών στην Ελλάδα. Ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία είναι ο σωστός προσδιορισμός της θέσης των σταθμών κοινής χρήσης ποδηλάτων, καθώς ο μη βέλτιστος εντοπισμός μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την επιτυχία τους. Συγκεκριμένα, συνιστάται να εντοπιστούν σταθμοί κοντά σε κεντρικούς σταθμούς του μετρό και άλλα σημεία υψηλής ζήτησης γύρω από το κέντρο της πόλης ώστε να μεγιστοποιηθεί η ζήτηση που καλύπτεται. Ωστόσο, σήμερα οι περισσότεροι σταθμοί στην Ελλάδα βρίσκονται σε σημεία χαμηλής ζήτησης, όπως αναδεικνύεται από την έρευνα αυτή: στην Αθήνα μόνο το 11% των σταθμών βρίσκεται σε σταθμούς δημόσιων μεταφορών υψηλής ζήτησης. Για να βελτιωθεί η εικόνα του ποδηλάτου μπορούν να αναπτυχθούν διαφημιστικές δραστηριότητες και εκστρατείες στην Ελλάδα και να προωθηθεί η χρήση ΣΚΠ με την παροχή οικονομικών ή μη – οικονομικών ανταμοιβών για τους τακτικούς χρήστες. Για παράδειγμα, η προσφορά κινήτρων βάσει ανταμοιβής (με τη μορφή χρηματικών ανταμοιβών ή πόντων) ίσως συμβάλλει στην προώθηση βιώσιμων υπηρεσιών μεταφορών, όπως η κοινή χρήση ποδηλάτων. Η έρευνα αυτή θα μπορούσε να ενισχυθεί με τη συμπλήρωση της βάσης δεδομένων με δεδομένα από τους τελικούς χρήστες, ώστε να αντανακλούν τις απόψεις και τις στάσεις τους απέναντι στην κοινή χρήση ποδηλάτων. Με αυτόν τον τρόπο, θα μπορούσαν να αναπτυχθούν προηγμένα μοντέλα συμπεριφοράς για μετακινήσεις, ώστε να διαμορφωθεί η ζήτηση της κοινής χρήσης ποδηλάτων, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τα κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά των ατόμων, τη στάση και την αντίληψή τους σε εναλλακτικά μέσα μεταφοράς και τρόπους μετακίνησης , το περιβάλλον, τη χρήση αυτοκινήτων και γενικότερα του τρόπου ζωής.