Οι κοινωνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές διαστάσεις της μετανάστευσης: εκτιμώντας τις συνέπειες για τη Ρόδο

Τα τελευταία χρόνια η Ευρώπη έχει υποδεχθεί εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες, με τις συνθήκες που επικρατούν στις χώρες προέλευσης αλλά και τις αντίστοιχες στις χώρες υποδοχής να αποτελούν τους παράγοντες που ωθούν ή έλκουν τους πληθυσμούς. Η σταδιακή μετατροπή των χωρών της Ε.Ε σε χώ...

Πλήρης περιγραφή

Αποθηκεύτηκε σε:
Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Κύριος συγγραφέας: Χαραλάμπους, Μαρία
Άλλοι συγγραφείς: Καΐλα, Μαρία
Γλώσσα:el_GR
Δημοσίευση: 2019
Θέματα:
Διαθέσιμο Online:http://hdl.handle.net/11610/19180
Ετικέτες: Προσθήκη ετικέτας
Δεν υπάρχουν, Καταχωρήστε ετικέτα πρώτοι!
Περιγραφή
Περίληψη:Τα τελευταία χρόνια η Ευρώπη έχει υποδεχθεί εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες, με τις συνθήκες που επικρατούν στις χώρες προέλευσης αλλά και τις αντίστοιχες στις χώρες υποδοχής να αποτελούν τους παράγοντες που ωθούν ή έλκουν τους πληθυσμούς. Η σταδιακή μετατροπή των χωρών της Ε.Ε σε χώρες υποδοχής έχει αναδείξει τη διαχείριση της μεταναστευτικής εισροής ως ένα κοινό πρόβλημα στις ατζέντες των κρατών – μελών. Ωστόσο, αυτό που συστηματικά παραβλέπεται είναι οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις κυρίως σε κοινωνίες και περιβάλλοντα με μικρή ικανότητα απορρόφησης και διαχείρισης των μεταναστών. Η Ελλάδα με τη σειρά της μοιραία ενεπλάκη, ευρισκόμενη στον άξονα κίνησης προς την κεντρική και βόρεια Ευρώπη, με την υφιστάμενη οικονομική κρίση στη χώρα και την αδυναμία συντονισμού της Ε.Ε όμως να μην ευνοεί τη διαχείριση του φαινομένου. Σε αυτή την βάση, σκοπός της παρούσας έρευνας είναι η διερεύνηση των κοινωνικών, οικονομικών και περιβαλλοντικών διαστάσεων του μεταναστευτικού ζητήματος για την Ρόδο. Για την πληρέστερη προσέγγιση του ζητήματος, πραγματοποιήθηκαν παράλληλα τρείς έρευνες. Η βιβλιογραφική, η εμπειρική ποσοτική και η ποιοτική. Βασιζόμενοι σε βιβλιογραφική ανασκόπηση, πηγών και εκθέσεων κυβερνητικών και διεθνών θεσμών, ανάλυση τύπου (ΜΜΕ), αναζήτηση πηγών και στατιστικών στοιχείων, επιχειρήσαμε να παρουσιάσουμε το φαινόμενο των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών όπως έχει διαμορφωθεί μέχρι σήμερα στην Ευρώπη και κυρίως στην Ελλάδα. Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι αν και η ένταση των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών διαφοροποιείται χρονικά, αυτό που παραμένει σταθερό και αναλλοίωτο είναι οι λόγοι που τις προκαλούν και οι οποίοι είναι κοινοί παγκοσμίως. Ο μετανάστης – πρόσφυγας ωθείται να φύγει από τη χώρα του ή έλκεται από τρίτες χώρες, με το βαθμός έλξης – απώθησης να είναι το στοιχείο που καθορίζει το “πόσο μακριά” από την πατρίδα του μπορεί να τον οδηγήσει. Αναμφισβήτητα οι επιπτώσεις της μετακίνησης πληθυσμών δεν περιορίζονται στη χώρα προέλευσης, της οποίας ο πληθυσμός μειώνεται, αλλά και στη χώρα υποδοχής που πολλές φορές δεν είναι ούτε ικανή, ούτε πρόθυμη, ούτε προετοιμασμένη να τους υποδεχθεί. Σε καμιά περίπτωση όμως οι επιπτώσεις στη χώρα υποδοχής δεν είναι μόνο αρνητικές ή δε μπορούν υπό προϋποθέσεις να γίνουν και θετικές. Μέσω της εμπειρικής ποσοτικής έρευνας αλλά και της ποιοτικής των δομημένων συνεντεύξεων, έγινε προσπάθεια να αναδειχθούν οι διαστάσεις του φαινομένου της μετανάστευσης στη Ρόδο, με την ευρεία έννοια του όρου, και να αποτυπωθούν οι απόψεις των μονίμων κατοίκων με την πραγματοποίηση πρωτογενούς έρευνας σε στρωματοποιημένο δείγμα 82 Ροδιτών και πέντε εκπροσώπων Φορέων της παιδείας, τοπικής αυτοδιοίκησης, υγείας και οικονομίας. Η επεξεργασία των απαντήσεων κατέδειξε ότι υπάρχει διαφοροποίηση στις απόψεις καθώς η πλειοψηφία των Ροδίων αντιλαμβάνεται την εγκατάσταση προσφύγων και μεταναστών στο νησί ως απειλή κυρίως με όρους οικονομίας ενώ μικρότερος είναι ο αριθμός εκείνων που θεωρεί ότι η θρησκεία και διαφορετική κουλτούρα των προσφύγων και μεταναστών επηρεάζουν την κοινωνική ισορροπία ή ακόμα και το έθνος και τη θρησκεία. Εξίσου όμως ανήσυχοι παρουσιάζονται οι Ροδίτες αναφορικά με την ετοιμότητα των Φορέων καθώς, σύμφωνα με τις απαντήσεις, φάνηκαν μάλλον ανεπαρκείς, τόσο σε επίπεδο κοινωνικής προετοιμασίας όσο και από πλευράς νομοθεσίας, και όποια θετική ανταπόκριση ως τώρα έγινε ιδία πρωτοβουλία χωρίς κάποια κρατική ή ευρωπαϊκή βοήθεια και προγραμματισμό. Τέλος αν κάτι πρέπει να καταδειχθεί είναι το ηθικό δίλημμα με το οποίο φαίνεται να βρίσκονται αντιμέτωποι οι Ροδίτες και το οποίο τεκμαίρεται από τις οξύμωρες απαντήσεις που δίνουν όταν αφενός αποδέχονται ότι είναι δίκαια και επιτακτική η κατανομή των προσφύγων και μεταναστών ανά τη χώρα αφετέρου όμως αναγνωρίζουν ταυτόχρονα πως κάτι τέτοιο θα επηρεάσει αρνητικά την κοινωνική ισορροπία της Ρόδου αλλά κυρίως τον τουρισμό και την οικονομία. Ωστόσο, η συγκεκριμένη εργασία αποδεικνύει ότι οι παραπάνω ανησυχίες αντικρούονται από έρευνες που επικεντρώνονται στις θετικές μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της μετανάστευσης στην οικονομία, ειδικά όταν εκείνη συνδεθεί με τους αναπτυξιακούς στόχους και την αειφορία. Αντίστοιχα, οι καταγεγραμμένες “καλές πρακτικές” αναφορικά με την μετανάστευση, που έχουν εφαρμοστεί από ευρωπαϊκές χώρες (Αυστρία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ολλανδία και Πορτογαλία) αλλά και μεμονωμένες προσπάθειες εντός της Ελλάδας, αποδεδειγμένα μπορούν να αμβλύνουν τις ενδεχόμενες αρνητικές συνέπειες για την κοινωνία της Ρόδου. Σε κάθε περίπτωση όμως θα πρέπει στη διαδικασία απορρόφησης των προσφύγων και μεταναστών να εμπλακούν όχι μόνο όλοι οι τοπικοί φορείς (επαγγελματικοί και επιστημονικοί, οι ΟΤΑ και η τοπική κοινωνία) αλλά και οι ίδιοι οι πρόσφυγες και μετανάστες οι οποίοι έχουν ευθύνη για την ένταξή τους και προσφορά στην κοινωνία που τους υποδέχεται. Συμπερασματικά, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν αντικειμενικές δυσκολίες, με στρατηγική και σωστό συντονισμό υπάρχει δυνατότητα ομαλής και αποτελεσματικής ενσωμάτωσης μεταναστευτικού πληθυσμού στη Ρόδο – κάτι το οποίο όμως απαιτεί χρόνο και κυρίως βούληση, τόσο σε τοπικό όσο σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.