Διαχείριση κινδύνων στα τραπεζικά ιδρύματα: έλεγχος των ελληνικών τραπεζών μέσω του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας

Έχοντας ολοκληρώσει την έρευνα μας αναφορικά με την Διαχείριση Κινδύνων στον Ελληνικό Τραπεζικό Σύστημα βάσει του Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας είμαστε σε θέση να τονίσουμε τα βασικότερα σημεία και να εξάγουμε ορισμένα συμπεράσματα. Αρχικά, πρέπει να πούμε ότι τα τραπεζικά ιδρύματα πρέπει να μάθουν...

Πλήρης περιγραφή

Αποθηκεύτηκε σε:
Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Κύριος συγγραφέας: Ασπρογέρακας, Λουκάς
Άλλοι συγγραφείς: Κουτούπης, Ανδρέας
Γλώσσα:el_GR
Δημοσίευση: 2019
Θέματα:
Διαθέσιμο Online:http://hdl.handle.net/11610/19153
Ετικέτες: Προσθήκη ετικέτας
Δεν υπάρχουν, Καταχωρήστε ετικέτα πρώτοι!
Περιγραφή
Περίληψη:Έχοντας ολοκληρώσει την έρευνα μας αναφορικά με την Διαχείριση Κινδύνων στον Ελληνικό Τραπεζικό Σύστημα βάσει του Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας είμαστε σε θέση να τονίσουμε τα βασικότερα σημεία και να εξάγουμε ορισμένα συμπεράσματα. Αρχικά, πρέπει να πούμε ότι τα τραπεζικά ιδρύματα πρέπει να μάθουν να συμβιώνουν με τον κίνδυνο, καθώς οι κίνδυνοι αποτελούν ένα μεγάλο κεφάλαιο στον τομέα των οικονομικών μονάδων. Η ποικιλομορφία των κινδύνων που αντιμετωπίζουν, συμβάλλει στην δυσκολία των λύσεων των ζητημάτων ρίσκου ενός οργανισμού. Επίσης, η πολυδιάστατη μορφή του κινδύνου δεν επιτρέπει στους οικονομικούς οργανισμούς την πλήρη και σωστή κατανόηση του κινδύνου και έχει ως αποτέλεσμα την αποτυχία πολλών σχεδίων επιχειρηματικού ρίσκου. Για το λόγο αυτό η μελέτη των κινδύνων που πλήττουν τις τράπεζες απαιτεί σύνθετα και ενημερωμένα προγράμματα αντιμετώπισης και διορθωτικών αλλαγών για κάθε μεμονωμένο ζήτημα ρίσκου, όπως επίσης και την γνώση των άλλων οικονομικών θεωριών. Κάθε βήμα των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων καθοδηγείται πλέον από τις αποφάσεις που λαμβάνονται σύμφωνα με τα αποτελέσματα των μοντέλων ανάλυσης και διαχείρισης του κινδύνου. Η ανάλυση και η διαχείριση κινδύνων εξετάζοντας την πιθανότητα που έχει κάποιο γεγονός να προκαλέσει ζημιά εκτιμάει την πορεία του σχεδίου δράσης κάθε χρηματοπιστωτικού ιδρύματος και είναι πάρα πολύ σημαντική για την εύρυθμη λειτουργία του. Μάλιστα, αξίζει να σημειώσουμε ότι υπάρχουν πολλές μέθοδοι που στόχο έχουν την λεπτομερή και όσο το δυνατόν απλούστερη ανάλυση και διαχείριση του κινδύνου αναδεικνύοντας την αξίας της διαχείρισης κινδύων. Όσον αφορά το ζήτημα της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών, πρόκειται για ένα θέμα υψίστης σημασίας, κυρίως στις μέρες μας όπου η χρηματοοικονομική κρίση ταλανίζει το χρηματοπιστωτικό σύστημα διεθνώς, καθώς και το σύνολο της οικονομίας παγκοσμίως.Οι κεφαλαιακές απαιτήσεις που πρέπει να διαθέτει μία τράπεζα αποτελούν και το βασικό πλαίσιο των Συμφώνων της Βασιλείας (Ι, ΙΙ και ΙΙΙ), το οποίο ακολούθησε μία εξελικτική πορεία, προσαρμοζόμενο κάθε φορά στα οικονομικά γεγονότα που ανέκυπταν, κυριότερο εκ των οποίων είναι η οικονομική κρίση του 2007 - 2008. Η εξελικτική αυτή πορεία χαρακτηρίζεται από δύο κύριους παράγοντες: 1. Τη μεταβολή του ορισμού κεφαλαίων, με βάση την ικανότητα απορρόφησης ζημιών 2. Τη διεύρυνση των κινδύνων που πρέπει να καλύπτονται από τα εποπτικά κεφάλαια και τη βελτίωση της μεθοδολογίας μέτρησης των κινδύνων. Τέλος, στην παρούσα εργασία έγινε μία προσπάθεια εξέτασης του Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας προκειμένου να σχηματίσουμε μία εμπεριστατωμένη εικόνα για την επιτυχία ή αποτυχία της διαχείρισης κινδύνων από τις ελληνικές τράπεζες. Διαπιστώσαμε, λοιπόν, βασιζόμενοι αφενός στους πυλώνες της Βασιλείας Ι,ΙΙ και ΙΙΙ κι αφετέρου στις τιμές του Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας ότι οι ελληνικές τράπεζες καταφέρνουν να διαχειριστούν επιτυχώς τους ποικίλους κινδύνους που αντιμετωπίζουν. Κλείνοντας, αξίζει να τονιστεί ότι καθώς οι συνέπειες την οικονομικής κρίσης συνεχίζουν να δυσχεραίνουν την πορεία και τις επιδόσεις του χρηματοπιστωτικού συστήματος και η ύφεση βαθαίνει, είναι αναμενόμενο να ανακύπτουν ολοένα καινούρια δεδομένα, τα οποία πρέπει να συμπεριληφθούν στην εποπτεία των τραπεζών για την εξασφάλισή τους απέναντι σε ενδεχόμενους κινδύνους. Η χρήση της κεφαλαιακής επάρκειας, ως μέθοδος αξιολόγησης της επαρκούς κεφαλαιοποίησης των τραπεζών αναμένεται να συνεχιστεί και στο μέλλον, με ενδεχόμενες φυσικά τροποποιήσεις που θα αποτελέσουν απόκριση σε νέα δεδομένα της αγοράς.