Πολυπολιτισμική εκπαίδευση: διερευνώντας το ρόλο του εκπαιδευτικού της σχολικής μονάδας
Ο σκοπός της έρευνας είναι να διερευνήσει τον τρόπο με τον οποίο οι εκπαιδευτικοί αντιλαμβάνονται και αντιμετωπίζουν την πολυπολιτισμικότητα, καθώς και θέματα που σχετίζονται με αυτή όπως είναι η προϋπηρεσία και η επιμόρφωση σε σχέση με την διαχείριση των ζητημάτων του σχολείου, το φύλο και η κατοχή...
Αποθηκεύτηκε σε:
| Κύριος συγγραφέας: | |
|---|---|
| Άλλοι συγγραφείς: | |
| Γλώσσα: | el_GR |
| Δημοσίευση: |
2019
|
| Θέματα: | |
| Διαθέσιμο Online: | http://catalog.lib.aegean.gr/webopac/FullBB.csp?WebAction=ShowFullBB&EncodedRequest=*B8*A6*0D*3F*00*3A*EC*C7*FD5*04*B5*BE*E2*B6C&Profile=Default&OpacLanguage=gre&NumberToRetrieve=50&StartValue=1&WebPageNr=1&SearchTerm1=2015.1.111322&SearchT1=&Index1=Keywordsbib&SearchMethod=Find_1&ItemNr=1 http://hdl.handle.net/11610/18466 |
| Ετικέτες: |
Προσθήκη ετικέτας
Δεν υπάρχουν, Καταχωρήστε ετικέτα πρώτοι!
|
| Περίληψη: | Ο σκοπός της έρευνας είναι να διερευνήσει τον τρόπο με τον οποίο οι εκπαιδευτικοί αντιλαμβάνονται και αντιμετωπίζουν την πολυπολιτισμικότητα, καθώς και θέματα που σχετίζονται με αυτή όπως είναι η προϋπηρεσία και η επιμόρφωση σε σχέση με την διαχείριση των ζητημάτων του σχολείου, το φύλο και η κατοχή μεταπτυχιακών τίτλων με την αντιμετώπιση των προβλημάτων, τις απόψεις των εκπαιδευτικών για την εμπλοκή ή μη των γονέων, την διαφοροποίηση των εκπαιδευτικών ανάλογα με την βαθμίδα που υπηρετούν. Στην έρευνα συμμετείχαν 127 εκπαιδευτικοί σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Από αυτούς οι 66 ανήκαν στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση ενώ οι υπόλοιποι 61 στην δευτεροβάθμια. Συμμετείχαν 14 διαφορετικές ειδικότητες δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης τόσο από τη θεωρητική όσο και τη θετική κατεύθυνση και εκπαιδευτικοί δάσκαλοι. Κάτοχοι μεταπτυχιακών ή διδακτορικών πτυχίων ήταν 12 εκπαιδευτικοί, δεύτερο πτυχίο κατείχαν 6 εκπαιδευτικοί, ενώ οι υπόλοιποι 109 είχαν μόνο τις βασικές πανεπιστημιακές σπουδές. Η επιλογή των σχολείων έγινε από το σύνολο των σχολείων του νομού Λάρισας με τη μέθοδο της τυχαίας δειγματοληψίας. Ως μέσο συλλογής των δεδομένων επιλέχτηκε το ερωτηματολόγιο. Όλες οι ερωτήσεις ήταν με διαβαθμισμένη επιλογή σε 4βαθμια κλίμακα τύπου Likert και ανάλογα με τον τύπο και την έννοια των ερωτήσεων ανά κατηγορία, οι ερωτώμενοι έπρεπε να κυκλώσουν το κατάλληλο νούμερο σύμφωνα με τα παρακάτω (1=Συμφωνώ απόλυτα, 2=Συμφωνώ αρκετά, 3=Διαφωνώ αρκετά, 4=Διαφωνώ απόλυτα) ή (1=παρα πολύ, 2=αρκετα, 3=ελαχιστα, 4=καθολου) και τέλος (1=παντα, 2=αρκετες φορές, 3=ελαχιστες φορές, 4=ποτε). Το πρώτο μέρος του ερωτηματολογίου περιελάμβανε ερωτήσεις πραγματολογικού χαρακτήρα, στις οποίες καταγράφονται τα στοιχεία των ερωτώμενων, όπως το φύλο, το επίπεδο εκπαίδευσης στο οποίο δίδασκαν (πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια εκπαίδευση), ο κλάδος στον οποίο ανήκαν, η θέση τους στην υπηρεσία ως μονίμου ή αναπληρωτή, τα χρόνια διδακτικής υπηρεσίας και η κατοχή μεταπτυχιακών τίτλων. Το δεύτερο μέρος του ερωτηματολογίου περιελάμβανε ερωτήσεις σχετικές με τις απόψεις των εκπαιδευτικών και του προβληματισμού τους σε ζητήματα πολυπολιτισμικότητας, σε σχέση με το εκπαιδευτικό έργο, την ύπαρξη δυσκολιών στους μαθητές με μεταναστευτικό υπόβαθρο, την γνώση της γλώσσας από τους γονείς τους, την συνεργασία με αυτούς, την ύπαρξη ή μη συγκρούσεων, στερεοτύπων ή παρατατικών συμπεριφορών στην τάξη. Στο τρίτο μέρος του ερωτηματολογίου ζητήθηκε η άποψη για την αντιμετώπιση των μαθητών, σε διάφορα ζητήματα, η ενημέρωσή τους, οι πολιτισμικές διαφορές των μαθητών, η ύπαρξη συνεργασίας μέσα στην σχολική τάξη ή έξω από αυτή με τους γονείς. Τέλος στην τέταρτη ενότητα των ερωτήσεων οι ερωτώμενοι απάντησαν σε ερωτήσεις για την πολιτισμική διαφορετικότητα καθώς και τον τρόπο διαχείρισης προβλημάτων στις σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και μαθητών με διαφορετικό μεταναστευτικό υπόβαθρο. Για τη στατιστική ανάλυση των δεδομένων εφαρμόσθηκε ανάλυση διακύμανσης ενός παράγοντα (One-way ANOVA) για τη διαπίστωση διαφορών μεταξύ των κατηγοριών των παραγόντων που μετρήθηκαν και εφαρμόστηκε το τεστ πολλαπλών συγκρίσεων (Scheffe post-hoc), για τη διερεύνηση των επιμέρους διαφορών μεταξύ των μέσων όρων. Επίσης για την ανάλυση των αποτελεσμάτων χρησιμοποιήθηκε περιγραφική στατιστική (μέσος όρος, τυπική απόκλιση). Ως επίπεδο σημαντικότητας ορίσθηκε το p<.05. Τα αποτελέσματα της ανάλυσης διακύμανσης ANOVA έδειξαν ότι υπάρχουν στατιστικά σημαντικές διαφορές ως προς το φύλο F(1,126)= 7,28, p<.05, και του τερματισμού των ανισοτήτων, του φύλου F(1,126)= 5,10, p<.05, και της κοινωνικής κατάστασης του αλλοδαπού μαθητή, του φύλου F(1,126)= 4,32, p<.05, και των φυλετικών ανισοτήτων στο σχολείο, του φύλου F(1,126)= 6,21, p<.05, και της ύπαρξης ρατσισμού στην τάξη, του φύλου F(1,126)= 4,74, p<.05, και της σημασίας των ερευνητικών εργασιών, του παράγοντα διδασκαλία σε Πρωτοβάθμια ή Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση F(1,126)= 8,04, p<.05, και της συνεργασίας, του παράγοντα διδασκαλία σε Πρωτοβάθμια ή Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση F(1,126)= 12,00, p<.05, και των διαθεματικών πρότζεκτ, του παράγοντα διδασκαλία σε Πρωτοβάθμια ή Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση F(1,126)= 4,25, p<.05, και των αξιών του εκπαιδευτικού συστήματος, ως προς την κατοχή μεταπτυχιακών τίτλων F(3,123)= 4,29, p<.006, και της υποστήριξης των γονέων, του παράγοντα επιμόρφωση σε θέματα πολυπολιτισμικότητας F(1,125)= 3,99, p<. ,048, και των φυλετικών διακρίσεων. Συμπερασματικά από την μελέτη καταδεικνύεται η πολυπλοκότητα και οι ποικίλες διαστάσεις του ζητήματος της πολυπολιτισμικότητας στην εκπαίδευση καθώς και το πλήθος των παραγόντων που εξετάστηκαν και που επηρεάζουν συνολικά τόσο τους εκπαιδευτικούς όσο και τους μαθητές με μεταναστευτικό υπόβαθρο. Ως προς το φύλο των συμμετεχόντων εκπαιδευτικών από την μελέτη καταδεικνύεται ότι οι γυναίκες εκπαιδευτικοί, θεωρούν ότι εξαιτίας του φύλου οι μαθητές με μεταναστευτικό υπόβαθρο αντιμετωπίζουν ανισότητες στις ευκαιρίες που τους δίνονται για εξέλιξη. Οι εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας συνεργάζονται περισσότερο με τους υπολοίπους συναδέλφους στο σχολείο, θεωρώντας ότι αυτή η τακτική είναι στρατηγικά ορθότερη για την αντιμετώπιση των αναφυομένων προβλημάτων. Αντίθετα οι καθηγητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης συνεργάζονται λιγότερο μεταξύ τους, με σκοπό την καλύτερη διαχείριση των δυσκολιών που αναφύονται στην τάξη, σχετικά με τα προβλήματα της πολυπολιτισμικότητας στο σχολείο. Οι εκπαιδευτικοί που κατέχουν κάποιο μεταπτυχιακό τίτλο, δηλώνουν ότι επιζητούν ελάχιστα την υποστήριξη των γονέων και κηδεμόνων των μαθητών με μεταναστευτικό υπόβαθρο, προφανώς διότι θεωρούν ότι έχουν την δυνατότητα να διαχειρισθούν τις όποιες δυσκολίες μπορούν να προκύψουν στο εκπαιδευτικό τους έργο κρίνοντας ως μη απαραίτητη την συμβολή τους. Τέλος προτείνεται η διδασκαλία σε ένα πολυπολιτισμικό σχολείο επειδή παρουσιάζει αρκετές προκλήσεις για τον εκπαιδευτικό, να τύχει μεγαλύτερης προσοχής και μετεκπαίδευσης σε ζητήματα πολυπολιτισμικότητας, ώστε να υπάρχει μια ομαλή ένταξη των μεταναστών και των παλιννοστούντων μαθητών στο σχολείο και κατόπιν στο κοινωνικό σύνολο |
|---|