Το Νεκρομαντείο του Αχέροντα

Ο αρχαιολογικός χώρος που βρίσκεται στην κορυφή του λόφου του Μεσοποτάμου, στη συμβολή των ποταμών Αχέροντα, Κωκυτού και Πυριφλεγέθοντα, στο νομό Πρέβεζας, ανασκάφηκε από τον Σ. Δάκαρη κατά τα έτη 1958- 1977. Πρόκειται για ένα ελληνιστικό συγκρότημα που αποτελείται από δύο τμήματα: το δυτικό, το οπο...

Πλήρης περιγραφή

Αποθηκεύτηκε σε:
Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Κύριος συγγραφέας: Βουλγαράκη, Αικατερίνη
Άλλοι συγγραφείς: Στεφανάκης, Εμμανουήλ
Γλώσσα:el_GR
Δημοσίευση: 2018
Θέματα:
Διαθέσιμο Online:http://hdl.handle.net/11610/18208
Ετικέτες: Προσθήκη ετικέτας
Δεν υπάρχουν, Καταχωρήστε ετικέτα πρώτοι!
Περιγραφή
Περίληψη:Ο αρχαιολογικός χώρος που βρίσκεται στην κορυφή του λόφου του Μεσοποτάμου, στη συμβολή των ποταμών Αχέροντα, Κωκυτού και Πυριφλεγέθοντα, στο νομό Πρέβεζας, ανασκάφηκε από τον Σ. Δάκαρη κατά τα έτη 1958- 1977. Πρόκειται για ένα ελληνιστικό συγκρότημα που αποτελείται από δύο τμήματα: το δυτικό, το οποίο περιλαμβάνει την αυλή και βοηθητικούς χώρους, και το ανατολικό, που αποτελείται από ένα κεντρικό οικοδόμημα με τρία κλίτη και περιμετρικούς διάδρομους. Η οικοδόμηση έγινε σε δύο φάσεις. Αρχικά, χτίστηκε το ανατολικό τμήμα στα τέλη του 4ου ή τις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. και κατόπιν, στα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ. προστέθηκε το δυτικό τμήμα. Βασισμένος στην τοπογραφία της περιοχής και τις φιλολογικές μαρτυρίες, ο ανασκαφέας ταύτισε το χώρο με το Νεκρομαντείο του Αχέροντα. Το αρχαϊκό και κλασικό ιερό είτε βρίσκονταν κάτω από το ελληνιστικό κτίριο και δεν άφησε ίχνη είτε στους πρόποδες του λόφου, όπου εντοπίστηκε ένας αποθέτης με ειδώλια και κεραμική. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 ο Dietwulf Baatz αντιπρότεινε την ερμηνεία του χώρου ως οχυρή αριστοκρατική οικία. Από τη μελέτη της αρχιτεκτονικής, τη σύγκριση με άλλα οχυρά κτίσματα της Ηπείρου και του ευρύτερου ελλαδικού χώρου, και από την ανάλυση των κινητών ευρημάτων προέκυψε το συμπέρασμα ότι η υπόθεση του Baatz δεν ευσταθεί. Το κεντρικό οικοδόμημα δεν μπορεί να είναι πύργος για δύο λόγους: έχει πολύ μεγάλες διαστάσεις, σε αντίθεση με όλα τα γνωστά παραδείγματα πύργων, και πάνω από το ισόγειο η ανωδομή δεν ήταν λίθινη, όπως θα περίμενε κανείς σε έναν πύργο, αλλά αποτελούνταν από πλίνθους. Η μελέτη των άλλων γνωστών Νεκρομαντείων απέδειξε ότι δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη τυπολογία για τα ιερά αυτού του είδους. Η τελετουργία που λάμβανε χώρα στο ιερό περιλάμβανε διάφορα στάδια προετοιμασίας του πιστού. Με την είσοδο του στο κεντρικό κλίτος του κυρίως οικοδομήματος, ο πιστός ερχόταν σε επαφή με τα φάσματα των νεκρών και συνομιλούσε μαζί τους για να λάβει απαντήσεις στα ζητήματα που τον απασχολούσαν. Ο ανασκαφέας πίστευε ότι ένας γερανός κατέβαζε ένα λέβητα, μέσα στον οποίο βρίσκονταν το σκηνοθετημένο είδωλο του νεκρού, από τον όροφο του κτιρίου. Είναι πιο πιθανό ο μηχανισμός να είλκυε το ομοίωμα του νεκρού μέσα από τον λέβητα που ήταν τοποθετημένος στο δάπεδο της κεντρικής αίθουσας. Με αυτό τον τρόπο δίνονταν η εντύπωση ότι το φάσμα ανέρχονταν από τον Κάτω Κόσμο.