Αειφόρος ανάπτυξη και Π.Ε.: μελέτη περίπτωσης για την αποκατάσταση ανενεργού λατομείου στην Δωδεκάνησο

Τα αστικά κέντρα εμφανίζουν υψηλή ζήτηση σε αδρανή υλικά, τα οποία τροφοδοτούν την οικιστική και οικονομική ανάπτυξη των πόλεων και συνεισφέρουν στην δημιουργία σημαντικών υποδομών. Τα λατομεία, λόγω του χαμηλού κόστους των προϊόντων που παράγουν και τη μικρή ακτίνα εμπορίας τους, συνήθως χωροθετούν...

Πλήρης περιγραφή

Αποθηκεύτηκε σε:
Λεπτομέρειες βιβλιογραφικής εγγραφής
Κύριος συγγραφέας: ΣΚΙΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ - ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Άλλοι συγγραφείς: Φώκιαλη, Περσεφόνη
Γλώσσα:Greek
Δημοσίευση: 2015
Θέματα:
Διαθέσιμο Online:https://vsmart.lib.aegean.gr/webopac/FullBB.csp?WebAction=ShowFullBB&EncodedRequest=*DCz*19*7E*19*98*5EX*D8*19*2E*80*3A*82*95N&Profile=Default&OpacLanguage=gre&NumberToRetrieve=50&StartValue=2&WebPageNr=1&SearchTerm1=2013%20.1.37777&SearchT1=&Index1=Keywordsbib&SearchMethod=Find_1&ItemNr=2
http://hdl.handle.net/11610/15773
Ετικέτες: Προσθήκη ετικέτας
Δεν υπάρχουν, Καταχωρήστε ετικέτα πρώτοι!
Περιγραφή
Περίληψη:Τα αστικά κέντρα εμφανίζουν υψηλή ζήτηση σε αδρανή υλικά, τα οποία τροφοδοτούν την οικιστική και οικονομική ανάπτυξη των πόλεων και συνεισφέρουν στην δημιουργία σημαντικών υποδομών. Τα λατομεία, λόγω του χαμηλού κόστους των προϊόντων που παράγουν και τη μικρή ακτίνα εμπορίας τους, συνήθως χωροθετούνται πλησίον των ορίων πόλεων η οικισμών, που σε συνδυασμό με την προκαλούμενη περιβαλλοντική όχληση από τις εξορυκτικές εργασίες, συχνά οδηγούν στην αντιπαράθεση «λατομείων-κατοίκων». Πρόκειται για μια σύγκρουση μεταξύ της ζήτησης για αδρανή υλικά και των απαιτήσεων για καλύτερη ποιότητα ζωής και προστασία του περιβάλλοντος. Η σχέση αυτή επιδεινώνεται στις περιπτώσεις εκείνες που δεν πραγματοποιείται έστω και η στοιχειώδης αποκατάσταση στον εξοφλημένο λατομικό χώρο, κληρονομώντας έτσι, ανοιχτές περιβαλλοντικές «πληγές» κοντά στον αστικό ιστό.Παρόλα αυτά, εξοφλημένοι-ανενεργοί λατομικοί χώροι παρουσιάζουν ένα λανθάνον δυναμικό, το οποίο μπορεί να αξιοποιηθεί, προς όφελος του περιβάλλοντος και των τοπικών κοινωνιών.Η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από πολλά ανενεργά λατομεία (περίπου 200), η ύπαρξη των οποίων συχνά μετατρέπεται σε μείζον περιβαλλοντικό πρόβλημα, παρά το υψηλό τους δυναμικό για εκμετάλλευση με διάφορες εναλλακτικές χρήσεις. Στο νησί της Ρόδου υπάρχουν τουλάχιστον τρεις (-3) μεγάλοι ανενεργοί λατομικοί χώροι, «πραγματικής επιφανείας» 80-100 στρ έκαστος, οι οποίοι δεν έχουν αποκατασταθεί ούτε έχουν αξιοποιηθεί κατάλληλα, μέσω εγκατάστασης νέας η νέων χρήσεων γης. Οι παραπάνω λατομικοί χώροι, βρίσκονται ανατολικά του Παραδοσιακού οικισμού Κοσκινού, προκαλώντας κατά την λειτουργία τους επί σειρά ετών αρκετά περιβαλλοντικά και κοινωνικό-οικονομικά προβλήματα. Τέτοια ήταν η αέρια ρύπανση, ο θόρυβος, η επικινδυνότητα, η υποβάθμιση του τοπίου και της αξίας γης κλπ. Οι μέχρι σήμερα, πρωτοβουλίες για την αποκατάσταση τους, επέβησαν άκαρπες. Η αποκατάσταση ανενεργών λατομείων μπορεί να συμβάλει σημαντικά στη βελτίωση των περιβαλλοντικών συνθηκών και του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού. Συχνά, όμως, προσπάθειες αποκατάστασης ανενεργών λατομικών χώρων, παρά την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών σε πολιτιστικές & ψυχαγωγικές εγκαταστάσεις, χαρακτηρίζονται από ανεπαρκή εκτίμηση των σχετικών περιβαλλοντικών προβλημάτων. Τέτοια είναι η οπτική όχληση, το χαμηλό ποσοστό χρησιμοποίησης του λατομικού χώρου και η ελλιπής μελέτη κρίσιμων παραγόντων, όπως τα φαινόμενα διάβρωσης μεγάλης κλίμακας, κλπ.Τα σχέδια αποκατάστασης, διαμορφώνονται με γνώμονα την περιβαλλοντική και πολιτιστική αναβάθμιση της περιοχής και περιλαμβάνουν τον επανασχεδιασμό του χώρου, μέσα στα πλαίσια της Αειφόρου Ανάπτυξης και με χρήσεις συμβατές προς το κοινωνικό σύνολο. Προς αυτή την κατεύθυνση η μεθοδολογία που έχει αναπτυχθεί βασίζεται σε πολυκριτηριακή ανάλυση των κύριων χαρακτηριστικών.της περιοχής αναφοράς Η παρούσα πτυχιακή εργασία προσεγγίζει και διατυπώνει πρόταση αποκατάστασης των ανενεργών λατομείων Κοσκινού Ρόδου. Περιλαμβάνει μελέτη ζωτικών φυσικών και πολιτιστικών παραγόντων