Ενδιαιτήματα της ορνιθοπανίδας στην ψευδαλπική ζώνη του όρους Οίτη
Η ορνιθοπανίδα των λιβαδιών της υπαλπικής και αλπικής ζώνης της Ελλάδας είναι η λιγότερο μελετημένη σε σύγκριση με αυτή των χαμηλότερων υψομέτρων. Η παρούσα μελέτη αποτελεί την πρώτη προσπάθεια καταγραφής των ενδιαιτημάτων που επιλέγουν τα πουλιά στις ανωτέρω υψομετρικές ζώνες της Ελλάδας. Η εργασία...
Saved in:
| Main Author: | |
|---|---|
| Other Authors: | |
| Language: | Greek |
| Published: |
2015
|
| Subjects: | |
| Online Access: | https://vsmart.lib.aegean.gr/webopac/FullBB.csp?WebAction=ShowFullBB&EncodedRequest=*7D*90s*B9*E8*9E*E4*2B*29b*2C*7B*A0*5DI*84&Profile=Default&OpacLanguage=gre&NumberToRetrieve=50&StartValue=2&WebPageNr=1&SearchTerm1=2010%20.1.15375&SearchT1=&Index1=Keywordsbib&SearchMethod=Find_1&ItemNr=2 http://hdl.handle.net/11610/15332 |
| Tags: |
Add Tag
No Tags, Be the first to tag this record!
|
| Summary: | Η ορνιθοπανίδα των λιβαδιών της υπαλπικής και αλπικής ζώνης της Ελλάδας είναι η λιγότερο μελετημένη σε σύγκριση με αυτή των χαμηλότερων υψομέτρων. Η παρούσα μελέτη αποτελεί την πρώτη προσπάθεια καταγραφής των ενδιαιτημάτων που επιλέγουν τα πουλιά στις ανωτέρω υψομετρικές ζώνες της Ελλάδας. Η εργασία πεδίου πραγματοποιήθηκε στα ψευδαλπικά λιβάδια της υπαλπικής και αλπικής ζώνης του όρους Οίτη, σε υψόμετρο δηλαδή 1800-2150 μέτρων. Η συλλογή των δεδομένων έγινε με την μέθοδο των γραμμικών διαδρομών (line transects) την αναπαραγωγική περίοδο Μαΐου – Ιουνίου 2010. Πραγματοποιήθηκαν 11 διαδρομές συνολικού μήκους περίπου 19 χιλιομέτρων, στις οποίες γινόταν καταγραφή όλων των πουλιών, ενώ για τα αναπαραγόμενα εδαφόβια επιπλέον συλλέγονταν δεδομένα της βλάστησης, του υψομέτρου, των κλίσεων και εκθέσεων του εδάφους, της παρουσίας νερού και της βόσκησης. Συνολικά κατεγράφησαν 498 άτομα, εκπροσωπώντας 50 είδη, εκ των οποίων τα 42 φώλιαζαν εκεί. Από αυτά, τα 25 βρέθηκαν μόνο σε περιοχές με παρουσία Ελάτης (δάση, συστάδες και μεμονωμένα δέντρα), ενώ τα υπόλοιπα 17 είδη στα ψευδαλπικά λιβάδια με υψόμετρο μεταξύ 1806 και 2124 μέτρων. Τα 14 από τα 17 είναι Στρουθιόμορφα και συνιστούν την ομάδα που μελετήσαμε. Τα πιο κοινά απ’ αυτά ήταν τα Carduelis cannabina, Alauda arvensis, Oenanthe oenanthe, Phoenicurus ochruros και Anthus campestris και λιγότερο συχνά, τα Prunella collaris και Monticola saxatilis. Τα συνήθη ενδιαιτήματα των ειδών αυτών ήταν τα λιβάδια με πόες και νανόμορφους θάμνους, οι βραχώδεις περιοχές και τα ποολίβαδα, σε μικρές και μέτριες κλίσεις νοτίων και δυτικών εκθέσεων κατά κύριο λόγο, ενώ το νερό φαίνεται να μην έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην επιλογή των θέσεων. Αξιοσημείωτο είναι ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των πουλιών αυτών βρέθηκε εκτός του πυρήνα του Εθνικού Δρυμού και αυτό έχει να κάνει, πιθανώς, με την βόσκηση. Εντός του πυρήνα η βόσκηση απαγορεύεται με αποτέλεσμα να αναπτύσσεται πιο πλούσια βλάστηση, ενώ εκτός αυτού οι λιβαδικές εκτάσεις είναι πολύ μεγαλύτερες. Η βόσκηση που ασκείται στο μεγαλύτερο μέρος των ψευδαλπικών λιβαδιών εκτός του πυρήνα παίζει ευνοϊκό ρόλο στην κατανομή και την αφθονία των λιβαδικών ειδών λόγω της συμβολής της στη διατήρηση των κατάλληλων ενδιαιτημάτων. Η εγκατάλειψη της βόσκησης εντός του πυρήνα, επηρεάζει αρνητικά τα ενδιαιτήματα προκαλώντας την αντικατάστασή τους από θάμνους (ή και δάσος), γεγονός που είναι πιθανό να δρα επιζήμια στα είδη αυτά. Τα σημαντικότερα από τα είδη που μελετήθηκαν, από άποψη καθεστώτος διατήρησης και προστασίας, είναι τα Alauda arvensis, Lullula arborea, Anthus campestris, Lanius collurio και Emberiza hortulana. Το Alauda arvensis είναι το πιο ιδιαίτερο είδος για την περιοχή, πρώτον γιατί περιλαμβάνεται στο Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Σπονδυλόζωων της Ελλάδας, δεύτερον γιατί βρίσκεται σε δυσμενή κατάσταση διατήρησης σε Ευρωπαϊκό επίπεδο και τρίτον, ο ελάχιστος αναπαραγόμενος πληθυσμός του στην Οίτη αντιστοιχεί στο 1,25% του ελάχιστου αναπαραγόμενου πληθυσμού της Ελλάδας. Τοπικά, τα λιβάδια αυτά είναι σημαντικά για τη διατήρηση των Eremophila alpestris, Alauda arvensis, Anthus campestris, Prunella collaris, Phoenicurus ochruros, Oenanthe oenanthe, Monticola saxatilis, Montifringilla nivalis και Emberiza hortulana, λόγω του ότι το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού τους από όλο τον ορεινό όγκο της Οίτης απαντά εδώ. |
|---|