Εκτίμηση επικινδυνότητας από τη διάθεση υγρών αποβλήτων που περιέχουν αναδυόμενους ρύπους στο ελληνικό υδάτινο περιβάλλον.
Ο όρος αναδυόμενοι ρύποι συνήθως αναφέρεται στις ενώσεις οι οποίες δεν καλύπτονται από την υπάρχουσα νομοθεσία που αφορά την ποιότητα των υδάτων, δεν έχουν μελετηθεί αρκετά κατά το παρελθόν και πιστεύεται ότι αποτελούν απειλή για τα οικοσυστήματα και την ανθρώπινη υγεία και ασφάλεια. Οι αναδυόμενοι...
Αποθηκεύτηκε σε:
| Περίληψη: | Ο όρος αναδυόμενοι ρύποι συνήθως αναφέρεται στις ενώσεις οι οποίες δεν καλύπτονται από την υπάρχουσα νομοθεσία που αφορά την ποιότητα των υδάτων, δεν έχουν μελετηθεί αρκετά κατά το παρελθόν και πιστεύεται ότι αποτελούν απειλή για τα οικοσυστήματα και την ανθρώπινη υγεία και ασφάλεια. Οι αναδυόμενοι ρύποι χρησιμοποιούνται σε μεγάλες ποσότητες στην καθημερινή μας ζωή και περιλαμβάνουν μια ευρεία κατηγορία ενώσεων: φαρμακευτικές ουσίες διαφόρων θεραπευτικών ομάδων (PhCs), προϊόντα προσωπικής φροντίδας (PCPs), ενδοκρινικούς διαταράκτες (EDCs), υπερφθοριωμένες ενώσεις (PFCs), επιβραδυντές φλόγας, βιομηχανικά πρόσθετα και αντιδραστήρια, συνθετικές γλυκαντικές ύλες, βενζοτριαζόλες (BTrs), βενζοθειαζόλες (BThs), νανοϋλικά, 1,4-διοξάνιο και παραπροϊόντα απολύμανσης νερού.Οι αναδυόμενοι ρύποι βρίσκονται σε υψηλές συγκεντρώσεις στα εισερχόμενα και εξερχόμενα απόβλητα των Μονάδων Επεξεργασίας Υγρών Αποβλήτων (ΜΕΥΑ) και διοχετεύονται σε μεγάλες ποσότητες στο περιβάλλον και ιδιαίτερα στα επιφανειακά νερά, όπου υπόκεινται σε διάφορους μετασχηματισμούς. Ορισμένοι από αυτούς, ωστόσο, παραμένουν σταθεροί για μεγάλο χρονικό διάστημα και αποδομούνται πολύ δύσκολα. Όταν ελευθερωθούν στο υδατικό περιβάλλον, οι ενώσεις αυτές επηρεάζουν αρνητικά τους υδρόβιους οργανισμούς (ψάρια, δαφνίδες, άλγη), περνούν στην τροφική αλυσίδα και λόγω της πιθανής τοξικότητάς τους, αποτελούν επιπλέον κίνδυνο για τους ανθρώπους και το περιβάλλον.Οι κύριοι στόχοι αυτής της διπλωματικής διατριβής ήταν να καταγραφούν όλα τα δημοσιευμένα δεδομένα που αφορούν τα επίπεδα συγκεντρώσεων των αναδυόμενων ρύπων σε απόβλητα ελληνικών ΜΕΥΑ και να εκτιμηθεί ο περιβαλλοντικός κίνδυνος που σχετίζεται με αυτές τις ενώσεις στο ελληνικό υδατικό περιβάλλον. Για το λόγο αυτό, συγκεντρώθηκαν τα δεδομένα τοξικότητας για αυτές τις ενώσεις, είτε μέσω βιβλιογραφικής ανασκόπησης, είτε με χρήση του προγράμματος ECOSAR και υπολογίστηκαν τα πηλίκα επικινδυνότητας (RQ) για τα επεξεργασμένα απόβλητα 24 ελληνικών ΜΕΥΑ και τους αντίστοιχους αποδέκτες (ποτάμια), για 3 διαφορετικές κατηγορίες υδρόβιων οργανισμών: ψάρια, δαφνίδες, άλγη. Μέσω της παραπάνω διαδικασίας, προέκυψαν αποτελέσματα για 48 αναδυόμενους ρύπους, οι οποίοι έχουν ανιχνευτεί στην έξοδο των ελληνικών ΜΕΥΑ. Οι ενώσεις αυτές ανήκουν σε 6 κατηγορίες συνθετικών οργανικών ρύπων: φαρμακευτικές ουσίες (PhCs), φαινολικοί ενδοκρινικοί διαταράκτες (EDCs), υπερφθοριωμένες ενώσεις (PFCs), βενζοτριαζόλες (BTrs), βενζοθειαζόλες (BThs) και συνθετικές γλυκαντικές ύλες. Τα επίπεδα συγκεντρώσεων τους κυμαίνονται μεταξύ λίγων ng L-1 (PFCs) και μερικών δεκάδων μg L-1 (συνθετικές γλυκαντικές ύλες). Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της εκτίμησης επικινδυνότητας, οι ενδοκρινικοί διαταράκτες φαίνεται να είναι η πιο επικίνδυνη κατηγορία αναδυόμενων ρύπων. Οι ουσίες triclosan και εννεϋλοφαινόλη έχουν τα μεγαλύτερα RQ μεταξύ των υπολοίπων ενδοκρινικών διαταρακτών, για τα άλγη και τα ψάρια, αντίστοιχα, ενώ η ουσία phenazon έχει το μεγαλύτερο RQ μεταξύ όλων των ουσιών που μελετήθηκαν. Ο ποταμός Σουλού φαίνεται να αντιμετωπίζει το μεγαλύτερο οικολογικό κίνδυνο, εξαιτίας του μικρού βαθμού αραίωσης (1:3) των αποβλήτων κατά τη μετάβασή τους από τη ΜΕΥΑ στον υδάτινο αποδέκτη. |
|---|