Απόψεις εκπαιδευτικών και διευθυντών ως μέσο αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των τμημάτων ένταξης της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Η περίπτωση της Ρόδου
Η παρούσα εργασία προσπαθεί να προσεγγίσει ένα θέμα ιδιαίτερα σύνθετο και πολυδιάστατο αυτό της αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των Τμημάτων Ένταξης στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και συγκεκριμένα την περίπτωση της νήσου Ρόδου. Το δείγμα της έρευνας ήταν όλα τα Τ.Ε. του νησιού της Ρόδου, πέντε στ...
Αποθηκεύτηκε σε:
| Περίληψη: | Η παρούσα εργασία προσπαθεί να προσεγγίσει ένα θέμα ιδιαίτερα σύνθετο και πολυδιάστατο αυτό της αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των Τμημάτων Ένταξης στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και συγκεκριμένα την περίπτωση της νήσου Ρόδου. Το δείγμα της έρευνας ήταν όλα τα Τ.Ε. του νησιού της Ρόδου, πέντε στο σύνολο, καθώς και οι εκπαιδευτικοί των Τ.Ε. (δεκατέσσερις το σύνολο) και των διευθυντών των σχολικών μονάδων στα οποία λειτουργούν (πέντε το σύνολο). Ο διερευνητικός χαρακτήρας της έρευνας σε συνδυασμό με την μειωμένη βιβλιογραφική παραγωγή στο συγκεκριμένο θέμα κρίθηκαν ως κύριοι λόγοι πραγματοποίησης ποιοτικής έρευνας. Στη συγκεκριμένη έρευνα χρησιμοποιούμε την τεχνική της ημι-δομημένης συνέντευξης, η οποία διεξήχθη τον Ιούνιο του 2010. Στο πρώτο κεφάλαιο επιχειρήθηκαν εννοιολογικές διασαφηνίσεις των βασικών όρων της έρευνας δηλαδή “αξιολόγηση”, εκπαιδευτική αξιολόγηση, “αποτελεσματικότητα”, καθώς και ιστορική αναδρομή, εξέλιξη, σκοποί, στόχοι, αρχές, μορφές φορείς της αξιολόγησης και απεικόνιση της σημερινής πραγματικότητας. Στο δεύτερο κεφάλαιο αρχικά προσεγγίστηκε η έννοια και το περιεχόμενο της Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης (ε.α.ε.), οι στόχοι, η φιλοσοφία της, η ιστορική αναδρομή, το θεσμικό πλαίσιο καθώς και οι πυλώνες εξέλιξης της ε.α.ε. σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Στη συνέχεια ακολούθησαν οι εννοιολογικές αποσαφηνίσεις της ένταξης, ενσωμάτωσης, συνεκπαίδευσης των μαθητών με ε.ε.α., παρατέθηκαν στοιχεία με την ένταξη των παιδιών με ε.ε.α. στην Ελληνική πραγματικότητα, τους διαγνωστικούς-αξιολογικούς και υποστηρικτικούς φορείς των μαθητών, καθώς και για τη φιλοσοφία τους σκοπούς και στόχους της ένταξης στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Στο τρίτο κεφάλαιο παρουσιάζονται τα Τ.Ε., προσδιορίζονται θεσμικά, αναφέρεται ο ρόλος και οι προϋποθέσεις λειτουργίας τους γενικά αλλά και στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Επισημαίνονται επίσης: α) ο τρόπος στελέχωσής τους από έμψυχο δυναμικό, όπως οι εκπαιδευτικοί β) οι αρμοδιότητες, τα καθήκοντα των εκπαιδευτικών των Τ.Ε. και γ) απόψεις, αντιλήψεις και στάσεις παιδιών χωρίς ε.ε.α. για τους συμμαθητές με ε.ε.α., καθώς και ο ρόλος των εκπαιδευτικών στην ένταξη και τη συνεκπαίδευση στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα. Στο τέταρτο κεφάλαιο μελετώνται οι θεματικοί άξονες αξιολόγησης οι οποίοι αποτέλεσαν το θεωρητικό πλαίσιο διατύπωσης των στόχων της έρευνας και των ερευνητικών ερωτημάτων. Στο δεύτερο μέρος παρατίθενται η ερευνητική προσέγγιση και το πλαίσιο των μεθοδολογικών προσεγγίσεων. Συγκεκριμένα, το πέμπτο κεφάλαιο αναφέρεται στη μεθοδολογία της έρευνας και περιέχει την πρωτοτυπία και τη χρησιμότητα της έρευνας, τους σκοπούς και τους στόχους της, την ερευνητική προσέγγιση-στρατηγική, τα μέσα συλλογής δεδομένων, τη διαδικασία διεξαγωγής της έρευνας, την παρουσίαση των τελικών ερωτήσεων, των συνεντεύξεων, την περιγραφή του δείγματος της έρευνας καθώς και τη μέθοδο ανάλυσης των ερευνητικών δεδομένων. Στο έκτο κεφάλαιο παρατίθενται αναλυτικά τα αποτελέσματα της έρευνας. Στο έβδομο κεφάλαιο επιχειρείται συζήτηση-ερμηνεία των αποτελεσμάτων. Στη συνέχεια παρατίθεται ένα κεφάλαιο, το όγδοο, με τα γενικά συμπεράσματα και τις προτάσεις. Στο τέλος της μελέτης παρατίθενται οι βιβλιογραφικές πηγές. Η εργασία ολοκληρώνεται με την τοποθέτηση δύο παραρτημάτων. Στα παραρτήματα ενδεικτικά παρατίθεται μία συνέντευξη. Η διερεύνηση των απόψεων των εκπαιδευτικών των Τ.Ε. και των διευθυντών των αντίστοιχων σχολικών μονάδων (στις οποίες λειτουργούσαν Τ.Ε.) οδήγησε στη διατύπωση γενικών συμπερασμάτων, τα οποία ενισχύονται από τις βιβλιογραφικές αναφορές και το θεσμικό πλαίσιο και υποστηρίζονται από ερευνητικά δεδομένα άλλων ερευνών. Η συντριπτική πλειονότητα του δείγματος θεωρεί ότι έχουν γίνει κάποια σημαντικά βήματα προόδου ως προς την ένταξη των μαθητών με ε.ε.α. στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, αλλά υπολείπονται να γίνουν ακόμη πολλά, για να φτάσουμε στο σημείο να μιλούμε για ισότιμη συμμετοχή και συνεκπαίδευση των παιδιών με ε.ε.α., δηλαδή για ένα σχολείο για όλους. |
|---|