Προσομοίωση της επίδρασης των σημειακών και μη σημειακών πηγών ρύπανσης στην ποιότητα του θαλάσσιου οικοσυστήματος του Αργολικού Κόλπου

Αντικείμενο της παρούσης πτυχιακής εργασίας, αποτελεί η ποσοτικοποίηση της συνεισφοράς των σημειακών και μη σημειακών πηγών ρύπανσης, στην εμφάνιση εύτροφων τάσεων στον Αργολικό κόλπο. Η μεθοδολογία για την επίτευξη του στόχου αυτού βασίστηκε στην ανάπτυξη ενός μαθηματικού μοντέλου προσομοίωσης. Ως...

Full description

Saved in:
Bibliographic Details
Main Author: Μαντζαβράκος, Ηλίας
Other Authors: Αγγελίδης, Μιχάλης
Language:Greek
Published: 2015
Online Access:https://catalog.lib.aegean.gr/iguana/www.main.cls?surl=search&p=ed763fb5-024d-4d04-a952-e71cbf110eaa#recordId=1.12517
http://hdl.handle.net/11610/10202
Tags: Add Tag
No Tags, Be the first to tag this record!
Description
Summary:Αντικείμενο της παρούσης πτυχιακής εργασίας, αποτελεί η ποσοτικοποίηση της συνεισφοράς των σημειακών και μη σημειακών πηγών ρύπανσης, στην εμφάνιση εύτροφων τάσεων στον Αργολικό κόλπο. Η μεθοδολογία για την επίτευξη του στόχου αυτού βασίστηκε στην ανάπτυξη ενός μαθηματικού μοντέλου προσομοίωσης. Ως μεταβλητές κατάστασης του μοντέλου επιλέχθηκαν η φυτοπλαγκτονική βιομάζα αλλά και οι συγκεντρώσεις των νιτρικών, αμμωνιακών, φωσφορικών και πυριτικών αλάτων. Οι χημικές και βιολογικές διεργασίες στον κόλπο θεωρήθηκε ότι καθορίζονται από την επίδραση των φυσικών συνθηκών, από τα -εξωγενή- σημειακά και μη σημειακά φορτία, από τις αλληλεπιδράσεις με το ίζημα, αλλά και από τις ανταλλαγές της ύλης με το εξωτερικό τμήμα του κόλπου. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η συνεισφορά των χερσαίων πηγών ρύπανσης είναι σημαντική κατά τη χειμερινή περίοδο, όπου μετά από ακραία γεγονότα βροχόπτωσης μπορεί να φτάσει και ποσοστά της τάξης του 52% επί της συγκέντρωσης των θρεπτικών της υδάτινης στήλης. Η δράση αυτών των εξωγενών φορτίων και η διαθεσιμότητά τους στη φυτοπλαγκτονική θρέψη ρυθμίζεται από το χρόνο παραμονής τους στο θαλάσσιο οικοσύστημα, που λόγω της μορφολογίας του (ανοικτός κόλπος) είναι της τάξεως των λίγων ημερών. Η υποστήριξη αυτού του θεωρητικού μοντέλου με περισσότερα πειραματικά δεδομένα, τόσο σε χωρική όσο και σε χρονική κλίμακα, είναι πιθανό να οδηγήσει σε ακριβέστερες και ρεαλιστικότερες προσεγγίσεις, με σκοπό την καλύτερη κατανόηση της λειτουργίας του συστήματος.